Θρησκευτική συνείδηση και Προσηλυτισμός

2015-12-11 00:50

    Κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να διακηρύσσει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως περιλαμβάνει την ελευθερία επιλογής διατηρήσεως ή εγκαταλείψεως , είτε μίας συγκεκριμένης θρησκείας, είτε της θρησκείας γενικά. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, δηλαδή, είναι απεριόριστη και απαραβίαστη, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1 του Συντάγματος. ‘Όπως αναφέρει και το αρ.9 ΕΣΔΑ «Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων».

    Ένας από τους περιορισμούς της θρησκευτικής ελευθερίας αποτελεί το ποινικό αδίκημα του προσηλυτισμού. Όπως επιβεβαίωσε ο Άρειος Πάγος, το τυπικό αυτό αδίκημα συντελείται αδιαφόρως του εάν επέλθει ή όχι το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα με μέσα που χρησιμοποιούνται με σκοπό τη διείσδυση στη θρησκευτική συνείδηση του ανθρώπου. Είναι  σημαντικό να διευκρινιστεί, ότι δεν αποτελεί προσηλυτισμό η κίνηση κάποιου να μεταπείθει κάποιον άλλον να αλλάξει θρησκεία. Εξάλλου, το Σύνταγμα δεν απαγορεύει ούτε το κήρυγμα, ούτε την ιεραποστολή, γιατί σκοπός του Συντάγματος είναι η ανάπτυξη της προσωπικότητας και η ανταλλαγή ιδεών.

    Χαρακτηριστική με το θέμα του προσηλυτισμού αποτελεί η υπόθεση «Κοκκινάκη», την οποία ανέλαβε το ΕΔΔΑ ύστερα από προσφυγή του (αρ.3/1992/348/421). Συγκεκριμένα, ο Μίνως Κοκκινάκης  έγινε Μάρτυρας του Ιεχωβά το 1936 και κήρυττε τις συναφείς διδασκαλίες. Ένα θέμα, που δίχασε σχετικά με τους Μάρτυρες του Ιεχωβά ήταν ο χαρακτηρισμός ως γνωστής ή μη θρησκείας. Γνωστή θρησκεία δε σημαίνει επίσημη θρησκεία και αυτό έγινε σαφέστερο με το να καταργηθεί η παλιά υποχρέωση του αρχηγού του κράτους να πρεσβεύει το ορθόδοξο δόγμα και να προστατεύει την επικρατέστερη θρησκεία και την επέκταση της απαγόρευσης του προσηλυτισμού, ώστε να καλύπτει την επικρατέστερη και κάθε θρησκεία. «Επομένως, γνωστή θρησκεία είναι εκείνη, που δε χρησιμοποιεί παράνομους σκοπούς και δεν αντιτίθεται στα χρηστά ήθη και τη δημόσια τάξη, ακόμα κι αν αυτή η θρησκεία αποτελεί αίρεση»(ΔΑΓΤΟΓΛΟΥ). Οι μάρτυρες του Ιεχωβά συγκεκριμένα, μετά από αμφισβητήσεις κατέληξαν να θεωρούνται με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας γνωστή θρησκεία.

    Είναι ιδιαίτερη σημαντική η απόφαση αυτή τόσο λόγω του ότι ήταν η πρώτη φορά, που το ΕΔΔΑ απεφάνθη για τέτοια ζητήματα περί ελευθερίας θρησκευμάτων, όσο και το ότι ο Κοκκινάκης ήταν ο πρώτος, που καταδικάσθηκε από τους αναγκαστικούς νόμους του Μεταξά (1938,1939). Ο κύριος Κοκκινάκης και η σύζυγός του προσπάθησαν να επέμβουν στην πίστη των ορθοδόξων χριστιανών και συγκεκριμένα της γυναίκας ενός ψάλτη εκμεταλλευόμενοι την απειρία, την πνευματική αδυναμία και μάλιστα με ιδιαίτερη επιμονή και φορτικότητα. Μετά από προσφυγή στα ελληνικά δικαστήρια, ο Κοκκινάκης και η σύζυγός του καταδικάστηκαν για προσηλυτισμό (η σύζυγος μετέπειτα απαλλάχθηκε των κατηγοριών). Έπειτα, ο Κοκκινάκης προσέφυγε στο ΕΔΔΑ.  Ο ισχυρισμός του  βασιζόταν στο γεγονός, ότι η διάταξη περί προσηλυτισμού ήταν αντισυνταγματική, τονίζοντας επιπλέον την ασάφεια της περιγραφής του συγκεκριμένου αδικήματος.

    Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι αντιφατικές απόψεις των δικαστών του ΕΔΔΑ σχετικά με την υπόθεση. Συγκεκριμένα, ο Martens ο οποίος τάχθηκε υπέρ του της θέσης του Κοκκινάκη υποστήριξε , ότι η ποινικοποίηση του προσηλυτισμού από τα κράτη αντιβαίνει στην ουδετερότητα, που απαιτεί ο θρησκευτικός τομέα, δημιουργώντας έτσι κίνδυνο διακρίσεων μεταξύ των γνωστών θρησκειών. Η επιλεκτική αυτή εφαρμογή του νόμου στους Μάρτυρες του Ιεχωβά και όχι στους ορθόδοξους χριστιανούς αντίκειται τόσο στη συνταγματική, όσο και στη διεθνώς κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία (αρ.13Σ, αρ9ΕΣΔΑ).  Με την αντίθετη πλευρά τάχθηκαν οι δικαστές FOIGHEL και ΛΟΙΖΟΣ ,οι οποίοι έκριναν, ότι δεν υπήρξε παραβίαση του αρ.9ΕΣΔΑ.

 Στη σκέψη 49 της απόφασης, το ΕΔΔΑ έκρινε, ότι υπήρξε παραβίαση του άρ.9ΕΣΔΑ, λόγω της ανεπαρκούς αιτιολογίας των ελληνικών αποφάσεων, οι οποίες αρκέσθηκαν στην αναπαραγωγή του νόμου, χωρίς να προσδιορίσουν τα καταχρηστικά μέσα, που μεταχειρίσθηκε ο κατηγορούμενος.

     Το σκεπτικό της απόφασης βασίστηκε στη διάκριση του προσηλυτισμού σε θεμιτό- αθέμιτο. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε παραβίαση του αρ.9ΕΣΔΑ με τον πιο ανώδυνο τρόπο αποδίδοντας το σφάλμα στην αιτιολογία του ΑΠ. Το Δικαστήριο αποφεύγει γενικά να αποσαφηνίσει το περιεχόμενο του όρου θρησκεία, γιατί όπως είχε τονιστεί στην υπόθεση Darby κατά Σουηδίας δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ενιαία έννοια ούτε για τη θρησκεία, ούτε για την ηθική. Τέλος, δεν μπορούν να τεθούν επί των θεμάτων αυτών γενικοί ευρωπαϊκοί κανόνες και συνεπώς τα κράτη έχουν ένα ευρύ περιθώριο ελεύθερης εκτίμησης.

    Εν κατακλείδι, θετική πάντως εξέλιξη έχει θεωρηθεί ότι θα ήταν η δημιουργία νέου νομοθετήματος περί θρησκευμάτων, το οποίο να εμπεριέχει σαφή διάταξη για τον προσηλυτισμό (το σημερινό νομοθέτημα στην Ελλάδα για τις θρησκευτικές κοινότητες είναι ο ν.4301/2014).

 

 

Πηγές: Δαγτόγλου  Πρόδρομος «Συνταγματικό Δίκαιο-Ατομικά δικαιώματα» εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ, Ανδρουτσόπουλος Γεώργιος «Η θρησκευτική ελευθερία κατά τη νομολογία του Αρείου Πάγου»  εκδόσεις ΣΑΚΚΟΥΛΑ

 

 

                                                Γράφουν: Σταυριδάκη Ραφαέλλα

και       

Μίσσα Αναστασία,

                                                Τελειόφοιτες φοιτήτριες Νομικής Αθηνών

 

            

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>