Τα βασικότερα εκκλησιαστικά αδικήματα

2016-02-09 18:53

Το εκκλησιαστικό ποινικό δίκαιο, το οποίο σε μεγάλο ποσοστό είναι επηρεασμένο από το βυζαντινό δίκαιο, αποτελεί ένα ιδιαίτερο τμήμα του κλάδου του εκκλησιαστικού δικαίου. Διαιρείται στο ουσιαστικό και στο δικονομικό μέρος, στις διατάξεις δηλαδή περί τελέσεως και κυρώσεως του εκκλησιαστικού αδικήματος και στη δικονομική διαδικασία. Στο ουσιαστικό μέρος έγκειται η έννοια του εκκλησιαστικού αδικήματος, της προσβολής δηλαδή ενός εκκλησιαστικού έννομου αγαθού, το οποίο απαντά στη διατήρηση της ενότητας και της διασφάλισης των οργανωτικών δομών της Εκκλησίας (πχ αντικανονική τέλεση μυστηρίων, παραλείψεις ή παραβάσεις κατά την ενάσκηση της διοικητικής εξουσίας κτλ). Τα βασικότερα εκκλησιαστικά αδικήματα, λοιπόν, όπως αναφέρονται στις βιβλιογραφικές αναφορές είναι συνοπτικά τα εξής:

Αποστασία: Το συγκεκριμένο εκκλησιαστικό αδίκημα στοιχειοθετείται μέσω της απάλειψης της χριστιανικής ιδιότητας είτε μέσω της προσχώρησης σε κάποια διαφορετική θρησκεία είτε μέσω της υιοθέτησης αθεϊστικών αντιλήψεων έμπρακτα εκδηλωμένων. Αποτελεί ουσιαστικά την οικειοθελή παύση ενός ατόμου από τη συμμετοχή του στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Οι λόγοι της επιλογής του αυτής δε συνιστούν αντικείμενο ενδιαφέροντος, καθώς το περιεχόμενο της αποστασίας επικεντρώνεται στο αποτέλεσμα της ενδιάθετης διαδικασίας που ώθησε ένα μέλος της Εκκλησίας να αποκοπεί από αυτή. Αρχικά η αποστασία συνδέθηκε με την έννοια της κολάσεως, της αμαύρωσης της ψυχής, και στη βυζαντινή περίοδο αποτελούσε τόσο εκκλησιαστικό όσο και πολιτειακό αδίκημα. Σήμερα, βέβαια, δε στοιχειοθετεί αδίκημα του πολιτειακού δικαίου, καθώς το περιεχόμενο του εν λόγω εκκλησιαστικού αδικήματος βρίσκεται συνταγματικώς κατοχυρωμένο στο άρθρο 13 του ισχύοντος Συντάγματος μέσω του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίο εμπεριέχει το δικαίωμα της έμπρακτης μεταβολής των θρησκευτικών πεποιθήσεων. Η εκκλησιαστική ποινή πάντως που προβλέπεται για την αποστασία είναι περισσότερο διαπιστωτικού χαρακτήρα, αφού ο μεγάλος αφορισμός είναι ουσιαστικά η αποκοπή ενός μέλους από την Εκκλησία, πράξη που ήδη έχει συντελεστεί. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο χαρακτηρισμός της αποστασίας στο κείμενο του καταστατικού χάρτη της εκκλησίας της Ρουμανίας ως «τελεία άρνησις της πίστεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας».

Αίρεση: Πραγματώνεται με τη δογματική απόκλιση από την ορθόδοξη χριστιανική Εκκλησία, όχι όμως σε βαθμό που ο αποκλίνων να αποκόπτεται από τη χριστιανική θρησκεία γενικώς, αφού η τελευταία πράξη αποτελεί το περιεχόμενο της αποστασίας. Η ποινή που επιβάλλεται είναι ο μεγάλος αφορισμός και στο βυζάντιο στοιχειοθετούσε και αδίκημα του πολιτειακού δικαίου, γεγονός που υπό το πρίσμα του ισχύοντος Συντάγματος δε δύναται να ισχύσει, αφού το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας καθιστά την προσχώρηση σε άλλο δόγμα πράξη ατιμώρητη και χαρακτηριζόμενη  από ελευθεριότητα. Στους ιερούς κανόνες διαφαίνεται η διττή αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της αίρεσης, η οποία αναλύεται στην απλή επικοινωνία με αιρετικούς (αναφέρεται ως ποινικώς κολάσιμη μέχρι και η επίσκεψη σε εβραίο γιατρό) και στον ενστερνισμό αιρετικών απόψεων ή της διάδοσης αιρετικών διδασκαλιών, οι οποίες σε κάθε περίπτωση προϋποτίθεται ότι έχουν χαρακτηριστεί ως τέτοιες από την Εκκλησία.

Σχίσμα: Εδράζεται στη διασάλευση της ενότητας της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται μέσα από μια ορισμένη εκκλησιαστική αρχή, με τη σύσταση ή την προσχώρηση σε μια ήδη οργανωμένη θρησκευτική κοινότητα. Στην πράξη αυτή προϋποτίθεται να λαμβάνει μέρος κληρικός ενέχων τον τρίτο βαθμό της ιεροσύνης, τον επισκοπικό δηλαδή, διαφορετικά αν ενέχει το βαθμό του πρεσβυτέρου στοιχειοθετείται το αδίκημα της παρασυναγωγής (εκτός αν η απόσχιση αφορά το πρόσωπο του Πατριάρχη). Αν πάλι εκλείπει εντελώς το στοιχείο της οργανώσεως, το αδίκημα που ενυπάρχει είναι αυτό της απείθειας. Το σχίσμα διακρίνεται σε σχίσμα πίστεως και σχίσμα διοικήσεως. Στην πρώτη περίπτωση εντάσσεται το σχίσμα 1054 μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και επαφίεται σε δογματικές αποκλίσεις όχι εκτεταμένου περιεχομένου και θεμελιώδους σημασίας, διότι έτσι θα πληρούνταν η τέλεση του αδικήματος της αίρεσης (ο Μ. Βασίλειος διατυπώνει τη διαφορά μεταξύ σχίσματος-παρασυναγωγής και αίρεσης). Στη δεύτερη περίπτωση χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σχίσμα της Εκκλησίας της Βουλγαρίας το 1870 όταν αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που ήταν και το αρμόδιο όργανο για την παροχή αυτοκεφαλίας. Οι επιβαλλόμενες ποινές είναι καθαίρεση για τους κληρικούς και μεγάλος αφορισμός για τους λαϊκούς.

Σιμωνία:  Συνιστά την εξαγορά της θείας χάρης μέσω της απόκτησης της ιερατικής εξουσίας με ανταλλάγματα υλικά ή ηθικά ή της προσφυγής σε κοσμικούς άρχοντες με σκοπό την κατάληψη εκκλησιαστικού αξιώματος. Σιμωνία μπορεί να αποτελέσει και η έκδοση ευνοϊκής δικαστικής απόφασης εκκλησιαστικού δικαστηρίου με αντάλλαγμα. Η απαξία του συγκεκριμένου αδικήματος διαφαίνεται στο διττό του αξιοποίνου στο πρόσωπο των κληρικών, το οποίο αναλύεται στην καθαίρεση και στο μεγάλο αφορισμό. Οι λαϊκοί τιμωρούνται με την ποινή του μεγάλου αφορισμού. Ένα πολιτικοκοινωνικό γεγονός που εμπίπτει στο περιεχόμενο του εκκλησιαστικού αδικήματος της σιμωνίας εμφανίστηκε με την ονομασία «Σιμωνιακά» (το 19ο αιώνα καταδικάστηκαν τρεις κληρικοί και δύο υπουργοί της κυβέρνησης Βούλγαρη, για δωροδοκία των τελευταίων από τους πρώτους με σκοπό τη μεσολάβηση στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και την πλήρωση εκ μέρους τους τριών χηρευουσών μητροπόλεων).

Ιεροσυλία: Στο πολιτειακό δίκαιο προβλέπεται ως διακεκριμένη κλοπή, δηλαδή ποινικοποιείται η αφαίρεση αντικειμένου αφιερωμένου στη λατρεία από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία. Στο κανονικό δίκαιο ο τόπος από τον οποίο θα πραγματοποιηθεί η αφαίρεση είναι αδιάφορος και το αδίκημα της ιεροσυλίας αναλύεται σε δύο διαφορετικές αντικειμενικές υποστάσεις, στην αφαίρεση ιερών πραγμάτων και στο «συλλῆσαι» τα ιερά, στην ανίερη χρήση τους δηλαδή (στο βυζαντινό δίκαιο η ιεροσυλία επικεντρώνεται στην έννοια της κλοπής). Οι προβλεπόμενες εκκλησιαστικές ποινές είναι καθαίρεση για τους κληρικούς και μικρός αφορισμός για τους λαϊκούς, ενώ στο πολιτειακό δίκαιο η διακεκριμένη κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα ετών.

(Βιβλιογραφία: «Εκκλησιαστικό Δίκαιο – Θεωρία και Νομολογία» Κωνσταντίνος Γ. Παπαγεωργίου, «Εκκλησιαστικό Δίκαιο» Σπύρος Ν. Τρωιάνος – Γεώργιος Α. Πουλής, «Εκκλησιαστικό Ποινικό Δίκαιο» Γεώργιος Α. Πουλής, για τις εικόνες https://el.wikipedia.org )

 

Παλιούρα Ελένη

 

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>