Συνταγματική Κατοχύρωση των Ιερών Κανόνων

2016-03-05 19:02

Ένα ζήτημα που απασχόλησε από τις αρχές του 19ου αιώνα θεωρία και νομολογία (το Συμβούλιο της Επικρατείας συγκεκριμένα μόλις δυο χρόνια από την ίδρυσή του υπό τη σημερινή μορφή, το 1928) είναι η συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων, του περιεχομένου δηλαδή της εκκλησιαστικής δικαιοταξίας. Αρχικά, θα πρέπει να διακρίνουμε τις δύο δικαιικές τάξεις που ανέκαθεν συνυπήρχαν στο ελληνικό κράτος: την πολιτειακή και την εκκλησιαστική. Οι δύο αυτές δικαιοταξίες διαπλέκονταν και αλληλεπιδρούσαν από τις απαρχές του βίου του ελληνικού κράτους (1830), ενώ η επέμβαση της μίας στην εσωτερική διαρρύθμιση της άλλης αποτελεί συχνό φαινόμενο και παράλληλα σημείο συγκρούσεων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας (γνωστά παραδείγματα τέτοιων συγκρούσεων απαρτίζουν: το ζήτημα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, οι απαλλοτριώσεις μοναστηριακής και εκκλησιαστικής περιουσίας, το ζήτημα της τήρησης των όρων της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης του 1928 κ.α.).

Το θέμα του παρόντος άρθρου σχετίζεται άμεσα με τις σχέσεις μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, σχέσεις που ανεξάρτητα από τις διάφορες θεωρητικές κατασκευές που σκοπό έχουν τη συστηματική κατανόησή τους ανά τους αιώνες (συστήματα διακρίσεως, συστήματα χωρισμού κτλ), είναι «συνταγματικά ρυθμισμένες». Η διάταξη που θα μας απασχολήσει είναι η περιεχόμενη στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 3 του ισχύοντος Συντάγματος (Σύνταγμα του 1975 με τις αναθεωρήσεις που έχει υποστεί):  «Eπικρατούσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατολικής Oρθόδοξης Eκκλησίας του Xριστού. H Oρθόδοξη Eκκλησία της Eλλάδας, που γνωρίζει κεφαλή της τον Kύριο ημών Iησού Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη ομόδοξη Eκκλησία του Xριστού  τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις».

Την απαρασάλευτη τήρηση των ιερών κανόνων προβλέπουν και άλλα νομοθετικά κείμενα όπως ο ισχύων Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι σε κάθε εν ενεργεία Μητροπολίτη (ορίζεται σαφώς ότι εν ενεργεία Μητροπολίτης είναι ο διαποιμαίνων Μητρόπολη Αρχιερέας) αποδίδεται εξουσία προβλεπόμενη τόσο από τους Ιερούς κανόνες και τις Εκκλησιαστικές διατάξεις, όσο και από τους νόμος της Πολιτείας. Αυτή η εξουσία ασκείται εντός των ορίων της Μητροπολιτικής περιφέρειας και συνιστά ένα παράδειγμα διαπλοκής των δύο προαναφερθέντων δικαιοταξιών, αφού προσδίδεται ισχύς νόμου σε εκκλησιαστικά αδικήματα που αντικείμενο τέλεσης έχουν και λαϊκό μέλος του πληρώματος της Εκκλησίας, αποτελεί δε τη δικαιολογητική βάση της νομιμότητας του επιτιμίου της ακοινωνησίας (μικρός αφορισμός), το οποίο ως πράξη καθαρά πνευματικού περιεχομένου δεν προσβάλλεται δικαστικώς (η μειοψηφία πάντως του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει αποφανθεί ότι ο μικρός αφορισμός θα έπρεπε να αποτελεί εκτελεστή πράξη, θα έπρεπε δηλαδή να παρέχεται η δυνατότητα προσβολής του στα διοικητικά δικαστήρια, λόγω του ότι αποτελεί αποδοκιμασία της διοίκησης προς διοικούμενο).

Η φράση, όμως, του συνταγματικού κειμένου που αφορά την απαρασάλευτη τήρηση των ιερών κανόνων δημιούργησε και πολλές ερμηνευτικές αυτής απόψεις, εκ των οποίων τρεις διαθέτουν πρακτική σημασία. Η πρώτη και θεολογική άποψη υποστηρίζει ότι η έκταση της συνταγματικής κατοχύρωσης καλύπτει όλο το φάσμα των ιερών κανόνων αδιακρίτως. Αυτή η άποψη είναι συνεπής προς τα σημερινά διεθνή δεδομένα στα θρησκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα, αφού διασφαλίζει την πλήρη αυτονομία κάθε θρησκευτικής κοινότητας, στη συγκεκριμένη περίπτωση της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Βέβαια, παραβλέπει το φορέα της κρατικής εξουσίας και τη δυνατότητα επέμβασης του πολιτειακού νομοθέτη στο εσωτερικό της Εκκλησίας με αντάλλαγμα το χαρακτηρισμό της ως επικρατούσας θρησκείας και την παραχώρηση νομικής προσωπικότητας δημοσίου δικαίου σε αυτή και στα καθιδρύματά της. Η δεύτερη άποψη στηρίζεται σε μια διάκριση που πραγματώθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο διαίρεσε τους ιερούς κανόνες σε δογματικούς (όροι) και διοικητικούς (κανόνες). Σύμφωνα με το Ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, λοιπόν, η συνταγματική κατοχύρωση αφορά μόνο τους δογματικούς κανόνες με την αιτιολογία ότι οι διοικητικοί κανόνες δεν είναι τόσο σημαντικοί όσο οι δογματικοί, είναι δε από τη φύσης τους επιδεκτικοί τροποποίησης (μπορεί δηλαδή να εκδοθεί νόμος με αντίθετο περιεχόμενο προς αυτούς) ανάλογα με τις ανάγκες που προκύπτουν από την εκάστοτε κοινωνική συγκρότηση και προς το συμφέρον Εκκλησίας και Πολιτείας. Ούτε η διοίκηση ούτε ο νομοθέτης μπορεί να εκδώσει πράξεις και να θεσπίζει διατάξεις αντίστοιχα, αντίθετες προς τους ιερούς κανόνες που αφορούν αμιγώς δογματικά ζητήματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αποτελεί η άρνηση ανανέωσης άδεια οπλοφορίας κληρικού λόγω αντίθεσης της πράξης αυτής προς τους ιερούς κανόνες, τους οποίους τι κείμενο της δικαστικής απόφασης μνημονεύει (ΞΣΤ΄Αποστόλων, Η΄του Αγίου Βασιλείου). Μάλιστα η απόφαση αναφέρει ότι ερμηνεία του νόμου για την οπλοφορία που θα επιτρέπει την οπλοφορία μοναχών και κληρικών της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας έστω και για προστασίας της μονής, θα καθιστά το νόμο αυτό αντισυνταγματικό. Επιπροσθέτως σε άλλη απόφασή του το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέφερε ότι η μεταβολή των ορίων Μητροπόλεως είναι πράξη διοικητικής φύσεως, γι αυτό η μη ύπαρξη της γνώμης του οικείου Αρχιερέα δεν καθιστά αντισυνταγματικό το νόμο με τον οποίο επιτυγχάνεται η νέα οριοθέτηση (η ίδρυση, η συγχώνευση και η τροποποίηση ορίων Μητροπόλεως ελλείψει ειδικής εξουσιοδοτικής διατάξεως διενεργείται με νόμο). Στην περίπτωση όμως της αλλαγής ορίων Μητροπόλεως των Νέων Χωρών (στις οποίες υπάγεται και η Μητρόπολη της Ελασσόνας, αφού απελευθερώθηκε το 1912) το Δικαστήριο δέχεται ως βασική προϋπόθεση την ύπαρξη της συναίνεσης του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 την οποία και μνημονεύει στο κείμενο της σχετικής απόφασης.

Αν και η διαίρεση των ιερών κανόνων επικρίθηκε, με το επιχείρημα ότι ουδέποτε η Εκκλησία δε διέκρινε το αποτελούμενο από 770 ιερούς κανόνες corpus canonum σε δογματικούς και διοικητικούς, το Συμβούλιο της Επικρατείας υιοθέτησε τη δεύτερη άποψη, την οποία μάλιστα επέκτεινε. Πιο αναλυτικά, αποφάνθηκε ότι οι ιεροί κανόνες με διοικητικό περιεχόμενο είναι επιδεκτικοί τροποποίησης, εκτός αν αφορούν θεμελιώδεις αρχές της διοίκησης της Εκκλησίας, οι οποίες έχουν παγιωθεί ανά τους αιώνες.

Η τρίτη άποψη τέλος δέχεται πως η συνταγματική κατοχύρωση των ιερών κανόνων διενεργείται χάρη της εξασφάλισης της δογματικής ενότητας της Εκκλησίας της Ελλάδος με τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δηλαδή.

Γενικά πολιτειακός νόμος αντίθετος στο περιεχόμενο κάποιου ιερού κανόνα είτε αυτός είναι δογματικής φύσεως είτε διοικητικής, μπορεί να εκδοθεί, αρκεί να μην εξαναγκάζει τα μέλη του πληρώματος της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας σε πράξη (παράδειγμα αποτελεί ο νόμος για την καύση των νεκρών). Άλλη χαρακτηριστική περίπτωση αντιβαίνοντος νόμου προς τους ιερούς κανόνες αποτελεί η διάταξη για τη διαθεσιμότητα Μητροπολιτών, το οποίο όντας ένα μεγάλο ζήτημα, θα αναλυθεί σε επόμενο άρθρο.

 

(Βιβλιογραφία: «Οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας» Βενιζέλος Ευάγγελος, «Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους» Κονιδάρης Ιωάννης, «Θεωρία και Πράξη του Εκκλησιαστικού Δικαίου 1» Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος)   

*Αναδημοσίευση από εφημερίδα "ΕΚΔΟΣΗ" - 2015

 

Παλιούρα Ελένη

 

 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>