Προβληματισμοί σχετικά με το νόμο 1811/1988 για τη μοναστηριακή περιουσία (Μέρος Α΄)

2015-12-26 15:48
Το ζήτημα της μοναστηριακής περιουσίας αποτελεί ίσως ένα από τα πλέον δυσεπίλυτα ζητήματα στο χώρο του εκκλησιαστικού δικαίου. Πλείονες προσπάθειες για τη ρύθμισή του έγιναν από τον 'Ελληνα νομοθέτη χωρίς ωστόσο ποτέ να βρεθεί μια οριστική λύση. Χαρακτηριστικό είναι εξάλλου, ότι σήμερα συνυπάρχουν τρία διαφορετικά καθεστώτα για τη ρύθμιση των σχετικών θεμάτων με τη μοναστηριακή περιουσία. Ειδικότερα, παρατηρούμε ότι ως προς τη διαχείριση αυτής, οι μονές μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες: α) όσες προσχώρησαν στη σύμβαση μεταξύ ελληνικού κράτους και εκκλησίας, που κυρώθηκε με το νόμο 1811 β) όσες μονές δεν συμβλήθηκαν στην ως άνω σύμβαση, αλλά τα περιουσιακά στοιχεία τους στοιχεία, για τα οποία δεν απέδειξαν την κυριότητα τους, περιέρχονται στο ελληνικό δημόσιο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 3 του νόμου 1700, το οποίο διατηρείται σε ισχύ με το άρθρο δεύτερο, παράγραφος 2 του νόμου 1811 και γ) όσες δεν προσχώρησαν στην ως άνω σύμβαση, αλλά με βάση τη διάταξη του άρθρου 55 του νόμου 2413/1996 απέδειξαν την κυριότητα στα περιουσιακά τους στοιχεία και τα διατηρούν σύμφωνα με την προβλεπόμενη εξαίρεση του άρθρου 3, παράγραφος 1 του νόμου 17001
Στην παρούσα ανάπτυξη μας θα ασχοληθούμε , όπως τιτλοφορείται και το κείμενο μας, με το νόμο 1811/1988. Πιο συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε ζητήματα που άπτονται της σύμβασης που κυρώθηκε με το νόμο 1811 και ιδίως με ζητήματα περιεχομένου, εξωτερικών στοιχείων και τρόπου κύρωσης. Σε άλλη μας ανάπτυξη θα μιλήσουμε για θέματα άμεσης σύγκρουσης με το νόμο 1700 και αδρανοποίησης αυτού2.
Μία πρώτη απορία γεννάται ως προς το ποια είναι στην πραγματικότητα η περιουσία που μεταβιβάζεται. Ο νόμος 1700 στο άρθρο 3 καθιερώνει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του ελληνικού δημοσίου μετά την πάροδο εξαμήνου για τα ακίνητα που βρίσκονται στη νομή και στην κατοχή των μονών από την έναρξη ισχύος του νόμου. Άρα κατά τη στιγμή της υπογραφής της σύμβασης μεταξύ εκκλησίας και κράτους η μοναστηριακή περιουσία ανήκει ήδη στο τελευταίο δεδομένου ότι ο νόμος 1700 δημοσιεύθηκε στις 06/05/1987 και ο νόμος 1800 στις 13/10/1988 . Πώς είναι δυνατό λοιπόν κάποιος να μεταβιβάζει κάτι το οποίο δεν έχει; Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε μια αντίφαση. Αλλά ακόμα και αν κάποιος διατεινόταν πως οι μονές εξακολουθούσαν να έχουν κυριότητα, πώς αυτές μπορούν να εξουσιοδοτήσουν τη Δ.Ι.Σ αφού ο νόμος 1700 προβλέπει σαφώς ότι η διαχείριση, η εκπροσώπηση και η διοίκηση ολόκληρης της περιουσίας ανήκει στον Ο.Δ.Ε.Π.3;
Ακολούθως πρέπει να αναφερθούμε στους όρους του προσυμφώνου που εξουσιοδοτεί τη Δ.Ι.Σ. για τη σύναψη της σύμβασης. Πρέπει δηλαδή να δούμε, αν όντως υπήρχαν όλες οι απαραίτητες εξουσιοδοτήσεις εκ μέρους των Ηγουμενοσυμβουλίων, καθώς και αν αυτές ήταν σαφείς και αναντίρρητες. Το προσύμφωνο που υπογράφηκε όριζε προδήλως ότι όλες ανεξαιρέτως οι μονές έπρεπε να παράσχουν εξουσιοδοτήσεις. Στη σύμβαση βέβαια που κυρώθηκε φαίνεται ότι μόνο 149 μονές έδωσαν καθαρή εξουσιοδότηση, ενώ άλλες 47, χωρίς να ονομάζονται στη σύμβαση, δηλώσαν ότι δεν έχουν αξιόλογη αγροτολιβαδική και δασική περιουσία και άρα ότι δε δεσμεύονται από το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο. Τα παραπάνω δημιουργούν προβληματισμό, αν σκεφτούμε ότι οι μονές που λειτουργούσαν το 1988 ήταν 3604. Από άποψη λοιπόν σκοπιμότητας θα ήταν ορθό να συμπεριλαμβάνονται στον προσαρτώμενο στη σύμβαση πίνακα τόσο οι μονές που δεν προσχωρούν όσο και αυτές που δεν έχουν σημαντική περιουσία να διαθέσουν έτσι ώστε το δημόσιο να είναι εξασφαλισμένο. Κατά την άποψη του καθηγητή Κονιδάρη μάλιστα, θα ήταν μάλλον επιβεβλημένο να δημοσιευτούν και αυτούσια τα κείμενα των εξουσιοδοτήσεων των Ηγουμενοσυμβουλίων προκειμένου να διαπιστώνεται αφενός το μέγεθος της παρεχόμενης πληρεξουσιότητας αφετέρου τυχόν πρόσθετοι όροι και το περιεχόμενο αυτών5.Δεν πρέπει εξάλλου να λησμονήσουμε και τούτο, ότι δηλαδή δεν είναι απίθανο να μην έδιναν όλα τα Ηγουμενοσυμβούλια εξουσιοδοτήσεις εάν γνώριζαν πως η σύμβαση θα συναπτόταν με μέρος μόνο των μονών δίχως τη συναίνεση όλων6.
Το τρίτο κατά σειρά ζήτημα που πρέπει να δούμε σχετίζεται με τα μέρη που υπέγραψαν την κυρωθείσα με νόμο σύμβαση. Στο άρθρο πρώτο του νόμου 1811 βλέπουμε ότι συμβαλλόμενοι από την πλευρά της εκκλησίας ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Σεραφείμ (Τίκας) και οι μητροπολίτες Διονύσιος (Ψαριανός-μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης) και Άνθιμος (Ρούσσας-Μητροπολίτης Αλεξανδρούπολης) και από την πλευρά του δημοσίου ο αναπληρωτής υπουργός οικονομικών Γεώργιος Πέτσας. Ακόμα, βλέπουμε στο ίδιο άρθρο ότι με βάση συγκεκριμένη πρωθυπουργική απόφαση ο τελευταίος εξουσιοδοτείται για να μπορεί στο μέλλον να υπογράψει πράξεις προσχώρησης άλλων μονών στη σύμβαση περί ης ο λόγος. Η παραπάνω σύνθεση μας ξενίζει, αν σκεφτούμε δύο τινά. Αφενός ότι η Δ.Ι.Σ. φαίνεται να εξουσιοδοτεί τριμελή επιτροπή στην οποία λαμβάνει μέρος και ο τότε μητροπολίτης Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος (νυν Θεσσαλονίκης) αν και δεν ήταν μέλος της Δ.Ι.Σ. και αφετέρου ότι με την παραπάνω πρωθυπουργική απόφαση δε διευκρινίζεται κατά τρόπο ικανοποιητικό η αρμοδιότητα του αναπληρωτή υπουργού οικονομικών για την υπογραφή της σύμβασης. Βέβαια οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ίσως ήταν δικαιολογημένη από την πλευρά της εκκλησίας η συμμετοχή του Άνθιμου στην παραπάνω διαδικασία μια και ήταν ο αρχαιότερος κατά τα πρεσβεία της αρχιεροσύνης και συμμετείχε και στις διαπραγματεύσεις που αφορούσαν το νόμο 1700.
Ήσσονος σημασίας δεν είναι τέλος η κύρωση της σύμβασης. Ο προβληματισμός μας εδώ έχει δύο σκέλη. Πρώτον, αν ορθά έγινε η κύρωση με νόμο χωρίς όμως να υπάρχει δυνατότητα τροποποίησης του περιεχομένου της και δεύτερον αν όντως ο συγκεκριμένος νόμος κατά ορθή κρίση ψηφίστηκε από το τμήμα διακοπής εργασιών του κοινοβουλίου και όχι από την ολομέλεια του σώματος. Κατά την κρατούσα άποψη, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 72 παράγραφος 1 και 3 του Συντάγματος, το Σύνταγμα μιλώντας για νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για θέματα, μεταξύ άλλων , του άρθρου 3, αναφέρεται σε ολόκληρο το άρθρο και όχι μονάχα στην πρώτη του παράγραφο γιατί ειδάλλως θα υπήρχε ρητή παραπομπή, όπως αυτή του άρθρου 367. Άρα, με βάση τα παραπάνω για τα ζητήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3 αρμόδια για την ψήφιση τους είναι η ολομέλεια της βουλής. Ο νόμος 1800 για τη μοναστηριακή περιουσία αναμφισβήτητα συγκαταλέγεται στο εύρος των ρυθμιζόμενων θεμάτων. Κατά συνέπεια η ψήφιση του μάλλον ενέχει αντισυνταγματικότητα δεδομένης της στάθμισης στην οποία έχει προβεί ο συνταγματικός νομοθέτης.
 
1 Βλ. Τρωιάνου Σπ.-Πουλή Γεώργ. Εκκλησιαστικό Δίκαιο, σελ:499 κ.επ.
2 Για μια συνοπτική και πλήρη παρουσίαση των ανωτέρω βλ. Κονιδάρη Ιωάννη <<Ο νόμος 1700/1987 και η πρόσφατ κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας>>
3 Άρθρο 1, παράγραφος 1 ν.1700/1987
4 Ο παραπάνω υπολογισμός είναι αποτέλεσμα της έρευνας του καθηγητή Κονιδάρη στο Ημερολόγιο της Εκκλησίας της Ελλάδος , όπου περιέχονται κατά μητρόπολη οι σχετικές πληροφορίες βλ. Κονιδάρη ως άνω, σελ:199 κ.ε
5 Βλ. Κονιδάρη ως άνω σελ:199 κ.επ
6 Βλ. την αγόρευση της τότε βουλευτού Μπενάκη σε Πρακτικά Βουλής, σελ:120
7 Βλ. Κονιδάρη Ιωάν. Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου , σελ:79 κ.επ
 
 
Βιβλιογραφία:
Κονιδάρη Ιωάννη , Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα - Θεσσαλονίκη , 2011
Κονιδάρη Ιωάννη , Ο νόμος 1700/1987 και η πρόσφατη κρίση στις σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας , Εκδόσεις Α.Ν.Σάκκουλα ,1988
Τρωιάννου Σ.-Πουλή Γ. , Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα , 2002
 
                                                                                        Παπασυκιώτης Ραφαήλ
 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>