Παρακολουθήσαμε!! (επιμέλεια θέματος: Γκαβόπουλος Γεώργιος)

2016-01-23 22:59

Υπάρχουν ορθές και εσφαλμένες αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις;

 

Στις 20 Ιανουαρίου 2016 ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών φιλοξένησε στην αίθουσα συνεδριών του ανοιχτή εκδήλωση-ομιλία κατόπιν πρωτοβουλίας του Κέντρου Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου. Το θέμα αυτής ήταν το αν οι αποφάσεις των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας είναι πιθανό να είναι εσφαλμένες, καθώς και το είδος των σφαλμάτων που ενδέχεται να περιέχουν. Η αίθουσα ήταν γεμάτη, τα επιχειρήματα ποικίλης φύσεως, καθώς δεν έλειψαν και οι διαφωνίες, όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο να ανακύψουν σε ένα τόσο ενδιαφέρον και φλέγον θέμα, τόσο από  επιστημονική όσο και από ευρύτερη κοινωνική σκοπιά. Ομιλητές στην εκδήλωση αυτή, όλοι τους ευρέως γνωστοί για τη συμβολή τους στη διαμόρφωση της θεωρίας και πράξης του Δημοσίου Δικαίου, ήταν ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αθανάσιος Ράντος, ο καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου  Θράκης, Κώστας Ρέμελης, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Φίλιππος Σπυρόπουλος και ο επίκουρος καθηγητής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Σπυρίδων Τσαντίνης. Την συζήτηση διεύθυνε ο Επίτιμος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Αθανάσιος Κουτρομάνος.

Υπάρχουν πράγματι εσφαλμένες αμετάκλητες αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων και αν ναι τι είδους σφάλματα είναι αυτά και πιο το αντίκτυπό τους; Πρώτος ομιλητής ήταν ο Αντιπρόεδρος του ΣτΕ, Αθανάσιος Ράντος, ο οποίος αρχικά προέβη σε κατηγοριοποίηση των τυχόν σφαλμάτων που μπορεί ο δικαστής να υποπέσει κατά την έκδοση μιας απόφασης. Σύμφωνα με την άποψή του, ανέδειξε τρεις κατηγορίες σφαλμάτων, σφάλματα κοινωνικής φύσεως, σφάλματα λόγω εσφαλμένης κατανόησης του πραγματικού της υπό κρίση υποθέσεως από το δικαστή και σφάλματα λόγω κακής ερμηνείας του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ή εσφαλμένης υπαγωγής ή λόγω λογικών αλμάτων κατά την υπαγωγή, ήτοι νομικά σφάλματα. Ως προς τη πρώτη κατηγορία ο κ. Ράντος θεώρησε πως οι κοινωνικοί επικριτές μιας δικαστικής απόφασης συνήθως υποκινούνται απ΄ την ιδεολογική τους προσωπική προσέγγιση κι επομένως η κριτική στην οποία προβαίνουν δεν τυγχάνει αντικειμενικότητας. Ως προς την κατηγορία των σφαλμάτων κατανόησης του πραγματικού από το δικαστή, ο ίδιος ανέφερε πως είναι ιδιαίτερα σπάνιο το ενδεχόμενο τέτοιο σφάλμα να διαφύγει της προσοχής και του δευτεροβάθμιου δικαστή. Άλλωστε, τα ανώτατα δικαστήρια κατά την ενάσκηση της αναιρετικής τους αρμοδιότητας δεν μπορούν να εξετάσουν ζητήματα του πραγματικού της δικαστικής διαμάχης, τα οποία τεκμαίρονται ως αληθή με ισχύ δεδικασμένου. Ωστόσο, η τρίτη κατηγορία εμφανίζεται πιο συχνά στην δικαστηριακή πρακτική και ενέχει έναν αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας τόσο όσον αφορά την μεταξύ των διαδίκων κατόπιν της εσφαλμένης αποφάσεως σχέση, όσο και το κοινό αίσθημα δικαίου. Σαφώς η κριτική αποτελεί έναν τρόπο καταπολέμησης τέτοιου είδους σφαλμάτων, όμως θα ήταν καταστροφικός, εάν μέσω αυτής καταστεί δυνατός ο απεμπολισμός του αισθήματος δικαίου με την λαθεμένη άποψη ότι τα δικαστήρια δεν εφαρμόζουν σωστά το νόμο.

Κατόπιν αυτών, την σκυτάλη έλαβε ο καθηγητής Δημοσίου Δικαίου του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Κώστας Ρέμελης, ο οποίος, διαφωνώντας με την ως άνω κατηγοριοποίηση, θεώρησε πως το έργο του δικαστή κατά την ερμηνεία ενός κανόνα δικαίου γενικά δεν είναι εύκολο από την άποψη της πολυσημίας των όρων που συνθέτουν το νόμο. Επομένως, “τα σφάλματα είναι ανθρώπινα”, όπως ο ίδιος χαρακτηριστικά παρέθεσε και εν συνεχεία προέβη σε μία ενδελεχή ανάλυση συγκριτικής μορφής του τρόπου με τον οποίο αποφεύγεται η πιθανότητα έκδοσης εσφαλμένων αποφάσεων σε άλλες έννομες τάξεις. Έκλεισε την ομιλία του αναφερόμενος στις ομοιότητες του γαλλικού με το ελληνικό σύστημα διοικητικής δικαιοσύνης.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Φίλιππος Σπυρόπουλος, ως τρίτος κατά σειρά ομιλητής, ακολούθησε μια πιο ευθεία απάντηση στο υπό συζήτηση ερώτημα, λέγοντας πως ο ίδιος ο νομοθέτης με την θέσπιση του ενδίκου βοηθήματος της έφεσης αναγνωρίζει την πιθανότητα σφαλμάτων στην έκδοση αποφάσεων. Συνεπώς, θεωρεί την έκδοση εσφαλμένων αποφάσεων δεδομένη με το επιχείρημα ότι εφόσον τα κατώτατα δικαστήρια σφάλλουν άρα και τα ανώτατα μπορεί να σφάλλουν εξίσου.

Τέταρτος και τελευταίος ομιλητής, ο επίκουρος καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, Σπυρίδων Τσαντίνης, κλείνοντας τη συζήτηση, ασχολήθηκε κυρίως με το ζήτημα της ισχύος του δεδικασμένου μιας πρόδηλα εσφαλμένης αμετάκλητης αποφάσεως σε σχέση με το κοινό αίσθημα δικαίου. Παράδειγμα της παρουσίασης αυτής αποτέλεσε η απόφαση 905/2005 του Αρείου Πάγου. Πιο συγκεκριμένα, είχε προηγηθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση σύμφωνα με την οποία είχε αναγνωριστεί η πατρότητα ενός τέκνου, αλλά σύμφωνα με το τεστ DNA, που ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα, αποδείχθηκε ότι ο πατέρας του εν λόγω τέκνου ήταν άλλος. Το δικαστήριο κρίνοντας ότι η εμμονή στην ισχύ του δεδικασμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση θα επέφερε ισχυρό πλήγμα στο αίσθημα δικαίου εξέδωσε την απόφαση αυτή αναγνωρίζοντας τη αποδειχθείσα εκ νέου σχέση πατρότητας και ακυρώνοντας την προηγούμενη απόφαση. Έκλεισε τη συζήτηση, τέλος, με μία παρουσίαση από τον χώρο του ποδοσφαίρου παρομοιάζοντας το δικαστή με τον διαιτητή των ποδοσφαιρικών αναμετρήσεων αφήνοντας να εννοηθεί ότι πολλές φορές δίκαιο είναι αυτό που θα αποφασίσει η αρμόδια αρχή, ότι δηλαδή η αυθεντία είναι υπεράνω της αληθείας (auctoritas pro veritate habetur).

Επιλογικά, οι εσφαλμένες δικαστικές αποφάσεις αποτελούν μία δυσάρεστη πραγματικότητα, που οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι δικαστές είναι άνθρωποι και οι άνθρωποι μερικές φορές σφάλλουν. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να αποτελέσει έρεισμα για την κατάργηση της κριτικής. Εξάλλου, μια εσφαλμένη απόφαση αποτελεί μια θέση και η αντίστοιχη κριτική κατά αυτής η αντίθεση. Μόνο με τον συνδυασμό αυτών των δύο μπορεί να επέλθει η σύνθεση, η οποία εν προκειμένω είναι η έκδοση ορθών αποφάσεων. Αυτό είναι και το ζητούμενο, καθώς η ορθότητα των αποφάσεων εγγυάται και την πίστη της κοινωνίας στη Δικαιοσύνη, ότι η τελευταία δικάζει κατ' αρχήν δίκαια και ότι υπόκειται μόνο στο Σύνταγμα και το Νόμο αποτελώντας θεσμικό εγγυητή της κοινωνικής συνοχής και του αισθήματος δικαίου. Αρκεί φυσικά η κριτική να μην είναι άδικη και κυρίως κακοπροαίρετη. Ούτε και μπορεί να υποστηριχθεί το γεγονός ότι η κρίση του δικαστή είναι αλάνθαστη λόγω της θέσης του. Εξάλλου, και ο συντακτικός νομοθέτης φαίνεται να αποδέχεται την πιθανότητα σφαλμάτων δικαστών των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όσον αφορά τη διάσταση στην ερμηνεία μιας συνταγματικής διατάξεως ή ενός νόμου, αναθέτοντας την άρση της αμφισβήτησης στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, όπως ορίζεται στο άρθρο 100 παρ. 1 περ. δ' και ε' του Συντάγματος. Ουδείς αλάνθαστος η μη μόνον ο Θεός.

 

 

 

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>