Όταν οι Καλικάντζαροι γυρνάνε στη βάση τους

2016-01-06 20:13

 

 

Η πόρτα του χρόνου δεν κλείνει ποτέ στις καρδιές των ανθρώπων, που αγάπησαν. Η πόρτα του χρόνου μένει ανοιχτή, για να θυμάσαι τις στιγμές εκείνες, που το μυαλό από άμυνα προσπαθεί μάταια να τις ξεχάσεις. Για κάποιους είναι απλά παραθύρι, για κάποιους πόρτα κάστρου τον Μεσαίωνα και για κάποιους, δηλαδή για τους πρωταγωνιστές τούτης της ιστορίας μας είναι διέξοδος, ναι είναι πόρτα διέξοδος από τη λογική τους και από ό,τι το μυαλό τους επιτάσσει. Μα ας χαμηλώσουμε τη φωνή μας, σστ γιατί σα να τους βλέπω να πλησιάζουν.

 

“Φέτος δεν κάναμε πολλά, φέτος τα κάνανε μόνοι τους, μονάχοι κατέστρεφαν τις γιορτινές τους μέρες”. Το κοντό σώμα ενός ασχημόμορφου πλάσματος, καλικάντζαρου, εμφανίστηκε στη γωνία ενός δρόμου, όταν το φεγγάρι τους καλωσόριζε μισογεμάτο για το τελευταίο φετινό τους βράδυ στην πραγματικότητα του πάνω κόσμου.

“Είναι που και οι ίδιοι πια δεν πιστεύουν, δεν πιστεύουν στην αγάπη. Διώχνουν μακριά τις χαρμόσυνες στιγμές τους. Αλλά αυτό Μανδραγήρα έχει ένα καλό, αυξήθηκε το πελατολόγιο μας αρκετά, αν και δεν χρειάζονταν τη βοήθειά μας για να μουρτζουφλιάσουν στη γωνία του καναπέ τους, εμείς τους βάζαμε και άλλες τρικλοποδιές”. Τα κοντά του ποδαράκια πήδηξαν πάνω από κολονάκι γερτό στην άκρη του πεζοδρομίου και απτόητος περπατώντας συνέχισε: “Πού πάμε τώρα;”

“Στα καλύτερα” απάντησε ο Μανδραγήρας, ο οποίος προπορευόταν αρκετά. “Αύριο μας διώχνουν πάλι, καταφτάνει ο παπάς με την αγιαστούρα του και εμείς θα χαθούμε ξανά, οπότε ποιο είναι το καλύτερο πράγμα να κάνουμε τελευταίο βράδυ της ύπαρξής μας εδώ;”

“Όχι πάλι Μανδραγήρα, όχι και φέτος εκείνη η χρονομηχανή”.

 

Κρυφτείτε πίσω από κάθε λογής κρυψώνες και απολαύστε ένα σκηνικό, που όσα χρόνια κι αν το κάνουν τόσα χρόνια το θες ακόμα να το βλέπεις. Μα να 'τοι είναι έτοιμοι. Ωχ έρχονται, θα κλείσω τα μάτια.

 

Ο Μανδραγήρας πλησίασε ένα παράθυρο της μονοκατοικίας, που έβλεπε στην κρεβατοκάμαρα και μονολόγησε καθώς έστελνε από τη χαραμάδα του μια ζεστή ανάσα πάνω στο κοριτσάκι, εμένα, που κοιμόμουν εντός. “Ήρθε η σειρά σου μικρή μου, σειρά σου να το ζήσεις αυτό”. Πήρα μια βαθιά ανάσα και ο Μανδραγήρας έστρεψε το κεφάλι του στον φίλο του. “Είσαι έτοιμος να μπούμε στο όνειρο και το υποσυνείδητό της;” Η πόρτα του χρόνου τους καλωσόρισε και τα έθιμα ανά τους αιώνες για την επόμενη μέρα εμφανίζονταν μπροστά τους σαν αποκομμένα φύλλα ενός τεράστιου βιβλίου. Η προσγείωση δεν ήταν απότομη, μα ήταν καίρια.

“Μανδραγήρα να θυμάσαι πως αυτό που κάνουμε θα μείνει για πάντα στη μνήμη της μικρής. Προσοχή, προσοχή” και τον απέτρεψε να κλέψει κάτι καρπούς από το δίπλα φύλλο.

“Έλα έχουμε έναν στόχο να κάνουμε” του απάντησε κοφτά εκείνος και τον τράβηξε από το χέρι.

Μπροστά τους απλωνόταν ένα δυνατό φως και ακούγονταν ευχολογίες, Εκείνος βαφτιζόταν. “Φτάσαμε εκεί που θέλαμε κοίτα το περιστέρι, προσοχή το φως, καιρός να μάθει τι έγινε σαν αύριο πριν κάποιους αιώνες”. Ο Μανδραγήρας κάλυψε το πρόσωπό του με ένα φύλλο και έστρεψε τον φίλο του προς τον στόχο. Ένα ακόμα τελευταίο βράδυ στον πάνω κόσμο ξεδιπλωνόταν με την περιπέτεια να τους καλωσορίζει στον κόσμο της γνώσης. “Πάμε , έχουμε αποστολή, αποστολή να θυμίσουμε κάτι για μας ανορθόδοξο, την αγάπη”.

 

Δε θα το κρύψω, όχι δεν! Ξύπνησα σήμερα με μια αίσθηση, με ένα αίσθημα να κάνω τον σταυρό μου. Μια φωτεινή ένδειξη πάνω από το παράθυρο πρόδιδε ότι ο ήλιος είχε δεχτεί τα ηνία της μέρας, μα κάτι πολύ παράξενο συνέβη, σαν για κάτι δευτερόλεπτα όπως άνοιξα τα μάτια μου να ήταν πάνω από το κεφάλι μου δυο παρατηρητές, δυο μορφές, που ήθελαν να βεβαιωθούν ότι ξύπνησα και σαν να άκουσα να λένε “ήταν πάλι μαγεία μα τα καταφέραμε”, σκουντώντας τους ώμους τους και μετά εξαφανίστηκαν. Σήκωσα και ετοιμάστηκα για την εκκλησία, μα όλα σήμερα, αυτό, που σα σήμερα συνέβη, η βάφτιση του Κυρίου μου φαινόταν σαν να την είχα ζήσει σαν να την έβλεπα από κοντά.

 

Μερικές φορές η αγάπη, που δέχεσαι, το φως που σου δίνει η μέρα τούτη, που άνοιξε ο ουρανός και το Άγιο Πνεύμα, που εμφανίστηκε, δεν τα λογίζεις, παρά σα συνηθισμένη αργία την περνάς και μήτε το νόημα δεν επεξεργάζεσαι να βγάλεις κι αυτό γιατί έτσι συνήθισες να περνάς τη ζωή σου, έτσι! Εν τάχει. Τους καλικαντζάρους τους βλέπεις τα ταραχοποιά στοιχεία της ζωής σου, όταν δεν αναγνωρίζεις πως μέσα σου πληγώνεσαι περισσότερο από αυτά που σκέφτεσαι και σε βασανίζουν, παρά από το πείραγμα εκείνων των περίεργων μορφών. Οι καλικάντζαροι μια κάποια μέρα ίσως φύγουν, σα σήμερα των Θεοφανείων, ή ακόμα και να τους διώξεις εσύ μπορείς, μα για σκέψου αυτοί τελικά ήταν το εμπόδιο στην ευτυχία σου; Ή κάπου μέσα σου κρυφά πρέπει να διώξεις ένα μαύρο σκουριασμένο γρανάζι παλιών στενόχωρων στιγμών, που σε ταράζουν; Γιατί όσο μένει αυτό εκεί πάντα τους καλικαντζάρους θα μπλέκεις.

 

Άσε την καρδιά σου ανοιχτή να φορτίσει με αγάπη, αγάπη που δε δέχτηκες, αγάπη που δεν πήρες, αγάπη,  αγάπη. Και θα βιώσεις το νόημα της μέρας, το νόημα των εορτών, το νόημα της ζωής σου! Κι άσε το σημερινό άγιο νερό να αποτελεί σαν ιερό ύδωρ, όπως στην Αρχαία Ελλάδα, και σαν αγιασμός έπειτα, την κάθαρση της ψυχής σου και τον καθαρισμό των δικών σου πληγών όσο αυτό στο επιτρέπει ο χρόνος!  Μόνο έτσι θα ζήσεις γιατί οι άνθρωποι σμιλεύονται με τον έρωτα και πλάθονται με την αγάπη. Τι γίνεται, όμως όταν  οι ίδιοι διώχνουν εκείνη; Όταν διώχνουν την αγάπη;

“Μανδραγήρα λες του χρόνου να τους βρούμε περισσότερους αυτούς, που μπορούμε να πειράξουμε; Εκείνους που δεν πιστεύουν στη δύναμη της αγάπης; Τους μουρτζούφλους;”

Ο Μανδραγήρας, καθώς κατέβαιναν το μονοπάτι για τον κάτω κόσμο γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια “Το του χρόνου είναι μαγική στιγμή του μέλλοντος, που δε θα ξέρουμε αν θα υπάρχουμε, μα θα το δούμε φίλε μου, όταν με το εξπρές τους ξανασυναντήσουμε του χρόνου”

“..Του χρόνου λοιπόν” συμπλήρωσε ο φίλος του, καθώς χανόταν στο σκοτάδι, στο δικό τους σκοτάδι....

 

Καραμολέγκου Θάλεια

 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>