Οψιανός: ένα ιδιαίτερο πέτρωμα

2016-01-21 12:44

 

Ο οψιανός (εικ.1) είναι ένα  ηφαιστειογενές πέτρωμα, το οποίο έχει μακροσκοπικά χαρακτηριστικά και δομή γυαλιού. Είναι πυριγενές πέτρωμα, δηλαδή διαμορφώνεται με την ψύξη του μάγματος μετά από έκρηξη ηφαιστείου. Στην ιστορία του ανθρώπου, ήδη από την Παλαιολιθική εποχή, είναι ιδιαίτερα αρεστό πέτρωμα και η χρήση του ποίκιλε. Σχεδόν σε κάθε ανασκαφικό χώρο ανεξαιρέτου χρονολογικής εποχής (έως και την Κλασσική εποχή) η ανέβρεση οψιανού είναι βέβαιη. Θα περιοριστούμε, όμως, στην ανάλυση του οψιανού στον Ελλαδικό χώρο και μόνο κατά τους προϊστορικούς χρόνους. Στον Ελλαδικό χώρο τοποθεσίες προέλευσης είναι η Αντίπαρος, το Γυαλί ενώ οι δυο σημαντικότερες πηγές προέλευσής του είναι στη Μήλο στις τοποθεσίες Δεμενεγάκη και Αδάμαντα. 

Σχετικά με την ονομασία του ο επιστημονικός χώρος είναι διχασμένος. Βασιζόμενοι στις ιστορικές πηγές το πέτρωμα ονομάζεται οψιανός κατά το επιστημονικό ορυκτολογικό σύστημα, όμως, ονομάζεται οψιδιανός. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι το όνομά του δόθηκε από τον Ρωμαίο Όψιο, ο οποίος ανακάλυψε το πέτρωμα στην Αφρική. Είναι ο μόνος που τον ονομάζει, καθώς Έλληνες οι οποίοι συνάντησαν το πέτρωμα δεν μπόρεσαν να αποδώσουν κάποιο συγκεκριμένο όνομα, αλλά το καθόριζαν ως «Αιθιοπικό λίθο» (Ηρόδοτος, Ιστοριών 7ο, Σύμμαχοι του Ξέρξη Αιθίοπες είχαν τόξα με αιχμές από οψιανό), ή ως «Μηλιακός λίθος» (Θεόφραστος, Περί λίθων έργο). (Αγραφιώτη Μ.Α.,2002, σελ. 18-19).

    Η χρήση του οψιανού στον Ελλαδικό χώρο φαίνεται να ξεκινά ήδη από την  Πρώιμη Νεολιθική εποχή. Μετά από αναλύσεις οψιανού (με βάση την ισοτοπική ανάλυση οψιανών) μπόρεσαν να διακρίνουν τις διαφορές τους βασιζόμενοι στα ιχνοστοιχεία ζιρκονίου και βαρίου και έτσι κατατάχθηκαν στις αντίστοιχες γεωλογικές τους πηγές, λύνοντας έτσι τον γρίφο της προέλευσης. Επίσης, ραδιομετρικές μέθοδοι χρονολόγησης επιτρέπουν επιπλέον διάκριση δίνοντας ως αποτέλεσμα την χρονολογία διαμόρφωσης του κοιτάσματος του οψιανού) (Αγραφιώτη Μ.Α.,2002,σελ.21-22) παρατηρήθηκε , πως στα νεολιθικές τοποθεσίες της Θεσσαλίας: το Σέσκλο, την Άργισσα και τη Σουφλί Μαγούλα ο οψιανός προέρχονταν από τη Μήλο. Παρόμοια παραδείγματα προέλευσης οψιανού από τη Μήλο έχουμε και στην νεολιθική Κρήτη, ενώ στη Μακεδονία τα παραδείγματα είναι ελάχιστα ώσπου τελικά στη  Θράκη εκλείπουν. Στη Μακεδονία έχουμε κατά την Ύστερη Νεολιθική εποχή, στη Νέα Νικομήδεια και τα Σέρβια. Κατά την Εποχή του Χαλκού η Κρήτη και συγκεκριμένα η Κνωσσός πρωτοστατεί στα ευρήματα οψιανού προερχόμενα από τη Μήλο (Renfrewetal,1965 , 225-240). Σχετικά με τη διακίνηση του οψιανού ο Renfrew απέδειξε ότι η παρουσία του πετρώματος εκτείνεται σε απόσταση έως και 300 χίλ. (αλωή διάδοση) από το φυσικό κοίτασμα. Πέρα από το φάσμα αυτό η παρουσία του μειώνεται αισθητά εξαιτίας γεωφυσικών και χρονικών παραγόντων.  Η διακίνησή του πραγματοποιούνταν με δυο τρόπους. Είτε άμεσα, πηγαίνοντας δηλαδή ο χρήστης στο κοίτασμα και εξήγαγε την απαιτούμενη ποσότητα, είτε έμμεσα, δηλαδή μέσω εμπορικής δικτύωσης. Μπορούμε να καταλάβουμε έτσι αν οι πηγές ήταν άμεσα προσβάσιμες ή δύσβατες, αν υπήρχε εμπορευσιμότητα κατεργασμένων ή ακατέργαστων πρώτων υλών Αγραφιώτη Μ.Α.,2002,σελ.22-24)

Όπως προανέφερα η χρήση του ποίκιλε και ήταν διττή, είχε λειτουργική αλλά και συμβολική χρήση. Χρησιμοποιήθηκε ως πρώτη ύλη για εργαλεία διότι χάρη στην υαλώδη δομή κάθε κρούσμα στην επιφάνεια θραύσης επιφέρει οστρεοειδή κύματα (εικ. 2) τα οποία επιτρέπουν λεπτομερή επεξεργασία με αποτέλεσμα πολύ κοφτερές πλευρές και συμμετρία αξόνων κατά τη βούληση του κατασκευαστή(Αγραφιώτη Μ.Α,2002, σελ.17). Το πιο κοινό εργαλείο ήταν οι λεπίδες (εικ. 3) με ποικιλομορφία στο σχήμα των πλευρών και γενικά στο μήκος και το πάχος τους, τα οποία διαμόρφωναν με την τεχνική της πίεσης. Πέρα από λεπίδες, όμως, κατασκευάζονταν εργαλεία με περισσότερη επεξεργασία προκειμένου να διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο σχήμα, ώστε να εξυπηρετούνται συγκεκριμένες εργασίες όπως δηλαδή τρυπάνι, δρεπάνι, ξέστρο (εικ. 4) κ.α. Βέβαια, το σχήμα και το μέγεθός τους διαφέρει και ανά τους χρόνους καθώς αλλάζει το περιβάλλον και οι ανάγκες του ανθρώπου. (Αγραφιώτη Μ.Α.,2005,σελ.53-55). Ακόμα τον οψιανό τον χρησιμοποιούσαν και σε οπλισμό, όπως αιχμές βελών (εικ.5), σε κατασκευές πολύτιμων αντικειμένων, καθρεπτών, σφραγίδων, αγαλμάτων ακόμα και ως αντικείμενα επιτραπέζιας χρήσης (Αγραφιώτη Μ.Α,2008,σελ.76-77 καιRenfrewetal,1965,240). Kόνδυλοι οψιανού αποθηκεύονταν για μεταγενέστερη χρήση, φωτεινό παράδειγμα ο υπερμεγέθης κόνδυλος οψιανού (εικ. 6) στο Ακρωτήρι της Θήρας τον οποίο ανακάλυψε ο Σπυρίδων Μαρινάτος.(Αγραφιώτη Μ.Α,2008,σελ.76-77).Ο οψιανός είχεκαι συμβολική χρήση, τον συναντάμε σε τάφους ως κτέρισμα, όπως οι λεπίδες οψιανού οι οποίες συντροφεύουν περίλαμπρα Μυκηναίους στον Ταφικό Κύκλο Α και πολλές Νεολιθικές ταφές (Renfrewetal,1965,238-239)και χρησιμοποιούταν και σε τελετουργίες, όπως μαρτυρεί το ρυτό από οψιανό στην Τυλισσώ(Αγραφιώτη Μ.Α,2008,σελ.76-77 καιRenfrewetal,1965,240) . Στον οψιανό πρόσδιδαν ακόμα και μαγικές ιδιότητες, κυρίως βέβαια στην Μεσοποταμία και την Αίγυπτο και όχι στο Αιγαίο. Αναφέρεται ότι αν καεί μαζί με ρετσίνι και σμύρνα θα αποκτηθούν προφητικές ιδιότητες.. Επίσης η συμβολικότητά του τεκμηριώνεται και από την παρουσία του σε σημεία πέρα από την αλώη έκταση(βλ. προηγούμενη σελίδα), π.χ. Σιταγρούς, Μάνδαλο Μακεδονίας (Αγραφιώτη Μ.Α,2002, σελ.17,20 και Αγραφιώτη Μ.Α,2008,σελ.76-77).

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι ο οψιανός έχει συγκεκριμένες γεωφυσικές πηγές στον Αιγιακό χώρο, παρ’όλα αυτά δεν έχουν χαρτογραφηθεί ολοκληρωτικά οι διακινήσεις του από κάθε πηγή, ούτε επίσης ο τρόπος με τον οποίο μετακινούνταν στις θέσεις χρήσης του. Οι χρήσεις του πετρώματος χωρίζονται σε «υλικό πρώτης ύλης», «υλικό πολυτελείας» και «υλικό συμβολικής χρήσης», με βάση παραδείγματα όπως τα προαναφερθέντα. Ο οψιανός είναι από τα πιο διαχρονικά πετρώματα το οποίο μέχρι και σήμερα δίνει στην επιστήμη άπλετα εμβάσματα για αρχαιολογικές έρευνες. 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Αγραφιώτη-Μουνδρέα Α., 2002, Το Γυαλί από την Αρχαιότητα έως Σήμερα, Β’ Συνέδριο Μαργαριτών Μυλοπόταμου Ρεθύμνου Κρήτης, Ίδρυμα Ι.Φ. Κωστόπουλου,Αθήνα.

Αγραφιώτη-Μουνδρέα Α., Τα εργαλεία από Λαξευμένο Λίθο κατά την Εποχή του Χαλκού: Το τέλος μιας Τεχνολογικής Παράδοσης, Αρχαιολογία και τέχνες.

Αγραφιώτη-Μουνδρέα Α., 2008, Πρωτοκυκλαδικό Ακρωτήρι Η Βιογραφία ενός Κονδύλου Οψιανού , ΑΛΣ τεύχος 6 , Περιοδική έκδοση της Εταιρίας Στήριξης Σπουδών Προϊστορικής Θήρας.

RenfrewC., Cann J.R. and Dixon J.E., 1965, Obsidian in the Aegean, BSA vol.60, British School at Athens. 

 

Μπανταβάνου Παναγιώτα

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>