Οι πολεμιστές του Riace

2016-03-18 22:24

Εικ. 1: Τα αγάλματα Α' και Β΄, Πηγή: βλ. εδώ.

Οι πολεμιστές του Riace αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα έργα πλαστικής, αν και φαινομενικά ουδεμία σχέση έχουν με ζητήματα θρησκειολογικά είναι άξια αναφοράς, εφόσον κατά μία εκδοχή ίσως ανατέθηκαν στο ιερό των Δελφών ως αναθήματα. 

Εισαγωγικά στοιχεία
Τα χάλκινα αγάλματα Α’ και Β’ του Riace βρέθηκαν το 1972 στα ανοιχτά μιας παραλίας της Καλαβρίας κοντά στο χωριό Riace. Αυτά χυτεύθηκαν το 460 και 430 π.Χ. αντίστοιχα, στα πρόσωπα των οποίων αποτυπώνονται ένας έφηβος και ένας ηλικιωμένος άνδρας.

Τα δύο αγάλματα στο ίδιο μέγεθος παρά μερικά εκατοστά έχουν την ίδια στάση (εικόνα 1). Το δεξί σκέλος είναι το φέρον, ενώ το αριστερό είναι ελεύθερο και λυγισμένο παρατεταμένο και στραμμένο να πατά την φτέρνα στο έδαφος. Οι ώμοι είναι αυστηρά οριζόντιοι και το κεφάλι στραμμένο και όχι γερμένο στον δεξιό ώμο πράγμα που θυμίζει τον Απόλλωνα του Κάσελ. Φέρουν δόρυ στο δεξί χέρι, ενώ στον αριστερό λυγισμένο βραχίονα σώζεται ο πόρπακας της ασπίδας, ο οποίος φαίνεται πως είχε γίνει χωριστά. Η ασπίδα δεν σώζεται.
Όμοια είναι επίσης και η απόδοση των ανατομικών λεπτομερειών. Οι μηροί είναι επιμήκεις, η απόδοση της περιοχής του γονάτου είναι μαλακή και λεπτομερής. Το σχέδιο του ορθού κοιλιακού μυός και των βουβωνικών εξογκωμάτων, το ανάγλυφο που σχηματίζεται από το θωρακικό τόξο και η μεγάλη ανάπτυξη των δελτοειδών είναι όμοια στα δύο αγάλματα.

Η μέθοδος χύτευσης των δύο αγαλμάτων
Τα αγάλματα Α’ και Β’ του Riace χυτεύθηκαν με την μέθοδο της χύτευσης πάνω σε αρνητικό ή της έμμεσης μεθόδου. Βάση του εγχειρήματος αποτελεί ένα πρόπλασμα το οποίο κατά κανόνα είναι πήλινο. 

Εικ. 2: Άγαλμα Α', πρόσθια όψη κεφαλής, Πηγή: βλ. εδώ

Έχοντας ως βάση αυτό ο πλάστης δημιουργούσε μία μήτρα αποτελούμενη από πολλά μέρη που επαλείφεται με ένα στρώμα κεριού στο εσωτερικό της. Η εφαρμογή του κεριού στη μήτρα γινόταν είτε με πινέλο είτε με φύλλα κεριού. Στο τελικό στάδιο τοποθετούνταν ο πυρήνας που γέμιζε το εσωτερικό της μήτρας. Το αποτέλεσμα που προέκυπτε μετά από αυτή τη διαδικασία ήταν ένα στρώμα κεριού και χαλκού που σε όλες τις πλευρές του έχει το ίδιο πάχος. 

Το σύνολο του αγάλματος δεν αποτελούσε εξ’ αρχής σύνολο ενιαίο. Η χύτευση των μερών του σώματος γινόταν τμηματικά. Οι δύο βραχίονες χυτεύονται χωριστά, ενώ οι μηροί και οι κνήμες μαζί με τον κορμό. Το κεφάλι φαίνεται πως  χυτευόταν ανεξάρτητα από το υπόλοιπο σώμα στη πλείστη των περιπτώσεων. Η διαίρεση αυτή του σώματος επέτρεπε την αφαίρεση του πυρήνα με ασφάλεια πράγμα το οποίο εξασφάλιζε την ακεραιότητα του έργου.
Αξίζει να σημειωθούν οι θετικές και αρνητικές παράμετροι της συγκεκριμένης μεθόδου χύτευσης. Στις θετικές συγκαταλέγονται η χρήση μικρότερης σε σχέση με άλλους μεθόδους χύτευσης  ποσότητας μετάλλου, η οποία συνεπάγεται την μείωση του κόστους κατασκευής του αγάλματος. Επίσης εξαιτίας αυτή της μεθόδου μειώνονται

Εικ. 3: Λεπτομέρειες πλαϊνού μέρους της κεφαλής του αγάλματος Α’, Πηγή: Βλ. εδώ.

αρκετά οι κίνδυνοι πρόκλησης φθοράς στο άγαλμα εξαιτίας της συστολής και διαστολής του μετάλλου κατά την αλλαγή της θερμοκρασίας. Βέβαια, αρνητική παράμετρο αποτελεί το γεγονός ότι η συγκεκριμένη μέθοδος απαιτεί τον καλύτερο έλεγχο της θερμοκρασίας του ρευστού κράματος και της θέρμανσης της μήτρας. 

Άγαλμα Α’

Το άγαλμα Α’ έχει πλούσια γενειάδα και μαλλιά αποτελούμενα εν μέρει από πρόσθετους βοστρύχους, το ίδιο συμβαίνει και με τους βόστρυχους του μουστακιού, που τοποθετήθηκαν μετά την εισαγωγή του ορθογώνιου ελάσματος χαλκού με το οποίο αποδίδεται το στόμα. Τα δόντια που αποκαλύπτονται από τα μισάνοιχτα χείλη είναι στον αριθμό τέσσερα και επάργυρα (εικόνα 2). Κάτω από μία πλατιά ταινία δύο βόστρυχοι κυματίζουν συμμετρικά σύμφωνα με σχήμα που συνηθίζεται περισσότερο σε κλασικίζοντα έργα παρά σε πρωτότυπα του 5ου αιώνα π.Χ.

Αποδίδονται προσεκτικά οι λεπτομέρειες στο πάνω μέρος του κεφαλιού. Τα μάτια είναι εξ’ ολοκλήρου πρόσθετα με βλέφαρα φτιαγμένα από δύο λεπτά φύλλα χαλκού, ενώ το ίδιο το μάτι αποτελείται από δύο ή τρία στοιχεία που αντιστοιχούν στο άσπρο, την ίριδα και την κόρη (εικόνα 3)

Άγαλμα Β’ 

Εικ. 4: Κεφαλή αγάλματος Β’, Πηγή: Βλ. εδώ.

Η γενειάδα του αγάλματος είναι λιγότερη ατίθαση σε σχέση με εκέινη του αγάλματος Α’, η οποία χυτεύθηκε μαζί με το υπόλοιπο κρανίο. Ο κρανιακό θόλος φαίνεται πως χυτεύθηκε χωριστά, φέρει ανασηκωμένο κράνος, τα δόντια δεν αποδίδονται και το εσωτερικό των ματιών δεν υφίσταται (εικόνα 4).

Σύγκριση αγαλμάτων Α’ και Β’
Το άγαλμα Β’ φαίνεται πως επισκευάστηκε ξανά κατά την αρχαιότητα: όλος ο δεξιός βραχίονας και ο αριστερός πήχης με την λαβή της ασπίδας ξαναφτιάχτηκαν σε ένα τριμερές κράμα από ορείχαλκο (CU), κασσίτερο (Sn) και μόλυβδο (Pb) πράγμα το οποίο δείχνει ότι δεν μπορεί να είναι προγενέστερο της Ελληνιστικής εποχής. Πρόκειται για επισκευή πιστή στο πρωτότυπο. Ο χαλκός που χρησιμοποιήθηκε για τα δύο αγάλματα φαίνεται πως ήταν διαφορετικής προέλευσης.
Πολλές ανατομικές λεπτομέρειες στα δύο αγάλματα είναι κοινές.  Πρόκειται για μερικές επιφανειακές φλέβες που είναι τονισμένες και στα δύο ειδικά αυτές των ποδιών. Το Β’ φαίνεται να είναι περισσότερο προχωρημένο από τεχνικής απόψεως πράγμα που φαίνεται από τις λεπτομέρειες της πλάτης, των βουβωνικών εξογκωμάτων όπου φαίνεται μία επιφανειακή φλέβα και των γονάτων. Αντίθετα με το άγαλμα Β’ στο Α’ ευνοούνται περισσότερο από τις φλέβες οι παράλληλοι τένοντες που σχηματίζουν πραγματικές γλώσσες. Στην εξωτερική άρθρωση της κλείδας παρουσιάζεται πλάτωμα σε σχήμα ισόπλευρου τριγώνου.
Οι παραπάνω λεπτομέρειες σε συνάρτηση με την τεχνική των κεφαλιών δείχνουν ότι το άγαλμα Α’ στρέφεται προς τον αυστηρό ρυθμό, ενώ το Β’ προς το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα. Δεν έχουν κατασκευαστεί από το ίδιο χονδροειδές αρχέτυπο και αυτό διότι το άγαλμα Α’ έχει μία γενική περιστροφική κίνηση σε αντίθεση με αυτή του αγάλματος Β’ το οποίο έχει κυματοειδή γραμμή. Αν και οι ώμοι είναι οριζόντιοι υπάρχει μία ελαφριά κλήση της λεκάνης που είναι πιο έντονη στο άγαλμα Α’, χωρίς όμως το άκρο πόδι να αποκλίνει περισσότερο. Έτσι, παρατηρώντας τα δύο αγάλματα υπό ορισμένες οπτικές γωνίες δημιουργείται η εντύπωση ότι οι μηροί δεν έχουν ακριβώς το ίδιο μήκος και ότι η μετάβαση από την κεκλιμένη λεκάνη στον οριζόντιο κορμό είναι βεβιασμένη.

 

Βιβλιογραφία:

Γιαλούρης, Ν., 1994, Ελληνική Τέχνη: Αρχαία Γλυπτά, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών

Rolley, C., 2006, Η Ελληνική Γλυπτική Ι: από τις αρχές έως το μέσο του 5ου αιώνα, Αθήνα, Ινστιτούτο του Βιβλίου - Α. Καρδαμίτσα

Πλάντζος, Δ., 2011, Ελληνική Τέχνη και Αρχαιολογία (1100 - 30 π.Χ), Αθήνα, Καπόν

 

Γκουντρουμπή Βάσω

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>