Ο προσηλυτισμός ως ποινικό αδίκημα {Α Μέρος}

2017-07-30 22:12

{η παρούσα αποτελεί τμήμα της διπλωματικής εργασίας του γράφοντος στο πλαίσιο του ΠΜΣ Εκκλησιαστικού Δικαίου ΕΚΠΑ 2015-2016 με επιβλέποντα τον κ. Γ. Ι. Ανδρουτσόπουλο, λέκτορα Εκκλησιαστικού Δικαίου}

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

             Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

1.1.Εισαγωγικά – Ιστορική εξέλιξη

Η θρησκευτική ελευθερία1 συνιστά ένα από τα πρώτα ατομικά δικαιώματα που διεκδικήθηκαν από τον 16ο αιώνα μετά τους θρησκευτικούς πολέμους, ιδίως στην Ευρώπη. Η θρησκευτική μεταρρύθμιση επήλθε και ως αντίδραση στο δικαίωμα του ηγεμόνα να ορίζει την θρησκεία των υπηκόων του (cuius region, eius religio). Προέρχεται από τον πυρήνα των ατομικών ελευθεριών και με την οποία εξασφαλίζεται ο σεβασμός της ανθρώπινης αξίας και της προσωπικότητας. Είναι η ρίζα2 των ατομικών ελευθεριών.

 

Η θρησκεία είναι το σημαντικότερο κεφάλαιο πνευματικής και κοινωνικής ζωής στην ιστορία της ανθρωπότητας3. Όλοι οι άνθρωποι ανεξαρτήτως χώρου, χρόνου, κοινωνίας, συνδέονται με ένα ιερό στοιχείο, την αναζήτηση του ιερού και θείου και την εξεύρεση απαντήσεων για τη ζωή, τον θάνατο, το άπειρο, το αιώνιο, το μετά την επίγειο ζωή. Η θρησκεία αποτελούσε ανέκαθεν βασική διάσταση της ανθρώπινης ταυτότητας, οριοθετεί μια κατηγορία κοινωνικών αντιλήψεων, μπορεί να θεωρηθεί ως ένα σύστημα συμβόλων που συγκροτεί και αναπαράγει τη κοινωνική ζωή και δίνει νόημα στα μέλη της. Κάθε θρησκεία φιλοδοξεί να νοηματοδοτεί συνολικά τον κόσμο, λειτουργεί ως θεμελιακή υποδομή κοινωνικής ολοκλήρωσης. Κάθε άνθρωπος είναι ελεύθερος να πιστεύει και επίσης ελεύθερος να αμφιβάλλει, να απορρίπτει και να αμφισβητεί. Η θρησκευτική ελευθερία απαιτεί να παραδεχθεί κανείς στην ύπαρξη του άλλου το δικαίωμά του να είναι αυτό που θέλει και να πιστεύει με όποιον τρόπο έμαθε ή νομίζει. Ο σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας σημαίνει σεβασμό της διαφορετικότητας.

 

Αρκετά πριν από την αναγνώριση της απαραβίαστης ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου και εν γένει την επικράτηση του φιλελεύθερου ανθρωποκεντρισμού, η γενική αποδοχή της υπεροχής του θείου έναντι του ανθρώπινου δικαίου και των αντίστοιχων περιορισμών της κατά τα άλλα ηγεμονικής κυριαρχίας είχε δημιουργηθεί το θεμέλιο για την αντίταξη θρησκευτικών υποχρεώσεων στη κρατική επιταγή. Έτσι στην αρχαία ελληνική τραγωδία εμφανίζεται η Αντιγόνη να αγνοεί την επιταγή του Κρέοντα προκειμένου να εκπληρώσει το θείο καθήκον της ταφής του αδελφού της.4

 

Η έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας διακρίνεται σαφώς από την έννοια της ανεξιθρησκίας, που σημαίνει την αδιαφορία, την «ανοχή» της Πολιτείας έναντι των θρησκειών που πρεσβεύουν οι πολίτες. Η θρησκευτική ελευθερία έχει θετική διάσταση, ενώ η ανεξιθρησκία (με «ι» και όχι «ει», αφού προέρχεται από το ανέχομαι + θρήσκος και όχι θρησκεία κατά την επικρατούσα άποψη) ουδέτερη. Όντας η θρησκεία ένα από τα σημαντικότερα συνεκτικά στοιχεία των αρχαίων κοινωνιών, ήταν δύσκολο να αναγνωριστεί στην ουσία της η ελευθερία της θρησκείας, αλλά και η σπουδαιότητά της. Ακόμα και στη κοιτίδα της ελευθερίας και της δημοκρατίας, την Αθήνα, ο Σωκράτης καταδικάσθηκε σε θάνατο με την κατηγορία ότι εισήγαγε «καινά δαιμόνια».

 

Η πρώτη εμφάνιση, έστω και σε πρωτόλειο επίπεδο, κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας εμφανίζεται το 313 μ.Χ. με το «διάταγμα του Μεδιολάνου», που εκδίδουν ο Μ. Κωνσταντίνος και ο Λικίνιος αναγνωρίζοντας την ανεξιθρησκεία, έννοια συγγενή με τη θρησκευτική ελευθερία, που όμως διακρίνεται σαφώς και θα αναλυθεί παρακάτω. Παρόλα αυτά η αναγνώριση της ανεξιθρησκίας γίνεται αντιληπτή περισσότερο ως εύστοχη πολιτική κίνηση του Μ. Κωνσταντίνου, ώστε να επιτύχει την προσέγγιση του ραγδαία αυξανόμενου χριστιανικού πληθυσμού της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορία, παρά ως ουσιαστική πρόοδος στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αυτό και συμβαίνει τελικά, αφού ο Μ. Κωνσταντίνος κατορθώνει χάρη σε αυτή παντοδυναμία που έχει αποκτήσει να γίνει ο μοναδικός αυτοκράτορας και να μετακινήσει την πρωτεύουσα στην Ανατολή, όπου το χριστιανικό στοιχείο είναι ακόμα πιο ισχυρό. Όταν όμως αργότερα αναγνωρίζεται ως επίσημη θρησκεία της Αυτοκρατορίας ο Χριστιανισμός, εξαπολύονται διώξεις αρχικά κατά των ειδωλολατρών και μετέπειτα κατά των αιρετικών, οι οποίοι σαφώς και απειλούν την ενότητα της πίστης που επιζητούν τόσο οι αυτοκράτορες όσο και η Εκκλησία.

 

Κατά τους επόμενους αιώνες η θρησκευτική μισαλλοδοξία στην Ευρώπη κορυφώνεται και η ανοχή των μεσαιωνικών κρατών απέναντι στην θρησκευτική ετερότητα γίνεται μηδενική, επιστρέφοντας πάλι σε αδιανόητα επίπεδα μίσους, απανθρωπιάς και έλλειψης σεβασμού κάθε ατομικής ελευθερίας πόσο δε μάλλον για τη θρησκευτική ελευθερία. Η επικρατούσα λογική εδράζεται στο ότι σε βαθμό που ο σκοπός αυτής της ζωής βρίσκει το νόημα του στην άλλη ζωή, όλες οι εγκόσμιες επιδιώξεις και θεσμοί πρέπει να υποτάσσονται στον ηθικό νόμο της θρησκείας.

 

Ωστόσο, για να πετύχει κανείς τη σωτηρία είναι απαραίτητο να υποτάσσεται στον ηθικό νόμο της θρησκείας. Μια τέτοια όμως ηθική υποταγή από μόνη της, δεν είναι αρκετή. Επιπλέον είναι απαραίτητη και η πίστη στον Χριστό, που δίνει ισχύ στη θρησκεία, και αυτή η πίστη γίνεται ο πρωταρχικός όρος για την αποτελεσματικότητα της ηθικής συμπεριφοράς, ουσιαστικά, αλλά και τυπικά. Πάνω στη θέση αυτή οικοδομείται η όλη επιχειρηματολογία υπέρ της έλλειψης ανεκτικότητας και των διωγμών εκείνων που δεν υποτάσσονταν στην επίσημη θρησκεία. «Εφόσον το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο για κάθε άνθρωπο είναι η σωτηρία της ψυχής του, δεν έχει σημασία το πώς αυτή σώζεται. Μπορεί να γίνει εκούσια ή με εξαναγκασμό. Αφού ο άνθρωπος που βρίσκεται έξω από την πίστη είναι καταδικασμένος στο αιώνιο πυρ, είναι καλύτερο να τον εξαναγκάσουμε να πιστέψει, αν αυτό πρόκειται να εξασφαλίσει τη σωτηρία5» .

 

Μετά το πέρας τόσων αιώνων και την πλήρη εξαφάνιση της θρησκευτικής ελευθερίας έστω και με τη μορφή της ανεξιθρησκίας, φτάνουμε στον 16ο αιώνα για να επανεμφανιστεί. Η ελευθερία της θρησκευτικής πίστης επανέρχεται λοιπόν στην επικαιρότητα ξανά μόλις κατά τον 16ο αιώνα με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση και τους θρησκευτικούς πολέμους μεταξύ καθολικών και προτεσταντών. Απέναντι στην υποστήριξη της χρήσης κατασταλτικών μεθόδων για την αντιμετώπιση των αιρετικών και την επιβολή της θρησκευτικής ομοιομορφίας, ορθώνεται το αίτημα της ανεξιθρησκίας. Τα επιχειρήματα που διατυπώνονται υπέρ της ανεξιθρησκίας, με βάση τη θρησκευτική αλήθεια, μπορούν να υπαχθούν σε τρεις κατηγορίες: Σ’ αυτά που δέχονται την επίσημη θρησκεία, αλλά αντιτίθενται στον εξαναγκασμό των άλλων να την αποδεχτούν, σ’ αυτά που αδιαφορούν για την επίσημη θρησκεία και αντιτίθενται στον εξαναγκασμό των άλλων να την αποδεχτούν και τέλος σ’ αυτά που απορρίπτουν τόσο την επίσημη θρησκεία όσο και τον εξαναγκασμό των άλλων να την αποδεχτούν.

 

Η πρώτη κατηγορία είναι αυτή που εκφράζει την κλασική θεωρία της ανεξιθρησκίας. Οι άλλες δύο οδηγούν στον αγνωστικισμό και τον αθεϊσμό αντίστοιχα6. Όπως φαίνεται, το αίτημα της ανεξιθρησκίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ορισμένου θρησκευτικού δόγματος ως επίσημης θρησκείας μιας κοινωνίας. Είναι γεγονός, για παράδειγμα, πως στις σοσιαλιστικές χώρες, υπήρχε ανεξιθρησκία χωρίς να υπάρχει επίσημη θρησκεία, αλλά επίσημη αθεϊστική ιδεολογία. Έτσι, ανεξιθρησκία χαρακτηρίζεται η «αδιαφορία» που δείχνει το κράτος απέναντι στις θρησκείες που πρεσβεύουν οι πολίτες του7, ουσιαστικά όμως ταυτίζεται με την ανοχή του πλουραλισμού θρησκευτικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων που υφίσταται στην κοινωνία, με παράλληλη όμως προώθηση της επίσημης θρησκευτικής (ή αθεϊστικής) ιδεολογίας89. Είναι φανερό ότι η θρησκευτική ελευθερία έχει ευρύτερο και θετικότερο περιεχόμενο: αναφερόμενη στην εσωτερική κυρίως διάθεση των ανθρώπων, έγκειται στην ανεμπόδιστη από κρατικές επεμβάσεις διαμόρφωση και εκδήλωση της θρησκευτικής συνείδησης10.

 

Η θρησκευτική ελευθερία με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω αναγνωρίζεται, υπό την επιρροή και του Διαφωτισμού, σε συνταγματικό κείμενο για πρώτη φορά με τη διακήρυξη δικαιωμάτων (Bill of Rights) του 1776 της πολιτείας της Virginia, κατά τον αμερικανικό αγώνα της ανεξαρτησίας. Εξάλλου και το Σύνταγμα των Η.Π.Α. με την πρώτη τροποποίηση (1791) διακηρύσσει πλήρη θρησκευτική ελευθερία και ουδετερότητα: «Το Κογκρέσο δεν θα ψηφίσει νόμο που να ιδρύει θρησκεία κράτους ή που να απαγορεύει την ελεύθερη λατρεία οποιασδήποτε θρησκείας». Η γαλλική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 αναγνώρισε μόνο την ανεξιθρησκία, ορίζοντας, στο άρθρο 10, ότι «κανείς δεν πρέπει να ενοχλείται για τις γνώμες του, ακόμη και για τις θρησκευτικές, αρκεί η εκδήλωση τους να μη διαταράσσει τη δημόσια τάξη που καθιερώνει ο νόμος». Στα άλλα ευρωπαϊκά κράτη η θρησκευτική ελευθερία αναγνωρίζεται για πρώτη φορά με το Σύνταγμα του Βελγίου του 1831 (Α.14).11

 

Ιστορικά, η θρησκευτική ελευθερία12/13/14 ήταν η ελευθερία του ατόμου έναντι επεμβάσεων του κράτους. Στους νεότερους χρόνους ήταν ένα από τα πρώτα ατομικά δικαιώματα που διεκδικήθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο, ενώ οι εννοιολογικές προϋποθέσεις της άρχισαν να δημιουργούνται το 16ο αιώνα, αφενός με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση ως αντίδραση στο δικαίωμα του ηγεμόνα να ορίζει τη θρησκεία των υπηκόων του και αφετέρου με τη διακήρυξη του δικαιώματος του ατόμου να επιλέγει μόνο του και να ασκεί απόλυτα τη θρησκεία της προτίμησής του. Στη διακήρυξη δικαιωμάτων (Bill of Rights) του 1776 της Πολιτείας της Virginia και στο άρθρο 16, έχουμε το πρώτο συνταγματικό κείμενο που αναγνωρίζεται η θρησκευτική ελευθερία. Στη συνέχεια, το 1791, έχουμε τη Πρώτη Τροποποίηση του ομοσπονδιακού Συντάγματος των ΗΠΑ του 1787 και τη γαλλική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 (Α10), αν και η τελευταία αναγνώρισε μόνο τη θρησκεία.

Ενδιαφέρον αποτελεί η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας με καταστατικούς χάρτες διεθνώς: Αφρικανικός Καταστατικός Χάρτης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1981) Άρθρο 8: Η ελευθερία συνείδησης, διακήρυξης και ελευθερίας άσκησης της θρησκείας θα πρέπει να τελούν υπό εγγύηση. Κανένα άτομο δεν μπορεί, υποκείμενο στο νόμο και τη δημόσια τάξη, να υποβάλλεται σε κατασταλτικά μέτρα της άσκησης αυτών των δικαιωμάτων. Αραβικός Καταστατικός Χάρτης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1994) Άρθρο 27: Οι πιστοί οποιασδήποτε θρησκείας έχουν το δικαίωμα να εξασκήσουν τις θρησκευτικές τους τελετουργίες και να εκδηλώνουν τις πεποιθήσεις τους με την άσκηση ή τη διδασκαλία χωρίς να ασελγούν στα δικαιώματα των υπολοίπων. Κανένας περιορισμός δε θα πρέπει να τίθεται στην άσκηση της ελευθερίας των πεποιθήσεων, της σκέψης και της έκφρασης, εκτός των προβλεπόμενων από το νόμο. VIII. Σύμβαση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (ΚΑΚ) για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες (1995) Άρθρο 10: 1. Κάθε άτομο θα έχει το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης, της συνείδησης και της πίστης. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία να επιλέγει τη θρησκεία ή την πίστη και την ελευθερία, είτε ατομικά είτε συλλογικά, να συμμετέχει στη λατρεία, να παρακολουθεί και να εκτελεί θρησκευτικές και τελετουργικές εθιμοτυπίες και να ενεργεί σε συμφωνία μ’ αυτές.

Η κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων συνδέθηκε αναπόσπαστα με τη διασφάλιση των δημοκρατικών αρχών και την τοποθέτηση της αξίας του ανθρώπου στον πυρήνα των νομικοπολιτικών διεκδικήσεων15, απασχόλησε δε τόσο την εθνική όσο και την ευρωπαϊκή και διεθνή έννομη τάξη16, αφού αφενός η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχει ενταχθεί στις ιδρυτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνθήκες, αφετέρου έχει καταρτισθεί πλήθος διεθνών συμβάσεων και κειμένων μη νομικώς υποχρεωτικών, αλλά ηθικοπολιτικώς δεσμευτικών, όπως τα κείμενα του Οργανισμού για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη, με σκοπό την προάσπιση των αξιών που απορρέουν από την ανθρώπινη υπόσταση.

 

Η θρησκευτική ελευθερία υπήρξε ένα από τα πρώτα δικαιώματα17, χάριν των οποίων διεξήχθησαν αγώνες για την κατοχύρωσή του και διαθέτει μια μακρά ιστορία στη χώρα μας, πριν ακόμη από τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 183018. Συγκεκριμένα, το 1768 ο Ευγένιος Βούλγαρης προέβη σε δημοσίευση του έργου του «Σχεδίασμα περί ανεξιθρησκίας , ήτοι περί ανοχής των ετεροθρήσκων». Βέβαια, η ανεξιθρησκία (tolerantia), που κατοχυρώθηκε το πρώτον με το έδικτο (γενικός αυτοκρατορικός νόμος που απευθυνόταν σε όλους τους διοικουμένους) των Μεδιολάνων, και ως όρος εντοπίζεται στα συνταγματικά κείμενα του επαναστατικού αγώνα, είναι στενότερη έννοια της θρησκευτικής ελευθερίας, την οποία τελικώς κατοχυρώνει το Σύνταγμα του 1927. Είναι σαφές πως η θρησκευτική ελευθερία είναι κατοχυρωμένη εδώ και αιώνες στα περισσότερα μέρη του κόσμου είτε συνταγματικά είτε μέσω καταστατικών χαρτών. Συνιστά αναφαίρετο ατομικό δικαίωμα που πρέπει να προστατεύεται με κάθε τρόπο.

 

1.2.Συνταγματική ιστορία θρησκευτικής ελευθερίας

Στην νεότερη Ελλάδα, τα δύο πρώτα Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου, της Επιδαύρου του 1822 και του Άστρους του 1823, καθιέρωναν την ανεξιθρησκία, γεγονός που αποδείκνυε από τότε τη φιλελεύθερη δομή του Συντάγματος και τη κατοχύρωση βασικών και θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων. Προτού γίνει αναφορά σε κάθε ένα από τα Συντάγματα, είναι άξια αναφοράς η διάκριση μεταξύ ανεξιθρησκίας και θρησκευτικής ελευθερίας, όπως εύστοχα αναφέρεται ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ελληνικού διαφωτισμού Αδαμάντιος Κοραής, ο οποίος σχολιάζοντας τη σχετική διάταξη του Συντάγματος της Επιδαύρου υπογράμμιζε: «Ανεξιθρησκία είναι πράγμα και όνομα τερατώδες μεταξύ συμπολιτών ισονόμων και ελευθέρων… Καθείς έχει γνώμας, υπολήψεις, δόξας ιδίας και ίδιον τρόπον συλλογίζεσθαι… Καθώς ήθελε νομισθήν γελοίον αν έλεγεν ο συνταγματικός χάρτης: Η επικρατούσα συνήθεια της ελληνικής πολιτείας είναι να κατοικώσιν οι πολίται εις οίκους μονoστέγους, ανέχεται όμως και τους κτίζοντας δίστεγα ή τρίστεγα, παρόμοια άτοπον είναι να λέγη ότι ανέχεται τον διαφέροντα εις τας θρησκευτικάς δόξας συμπολίτην του…».

 

Συγκεκριμένα, στο Τμήμα Α του Συντάγματος της Επιδαύρου του 1822 και στο Κεφάλαιο Α του Συντάγματος του Άστρους του 1823 αναφέρεται «Η επικρατούσα θρησκεία εις την Ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χρισττού Εκκλησίας. Ανέχεται όμως η διοίκηση της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτων εκτελούνται ακωλύτως.»19

 

Το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 προστάτευε20 επιπλέον και τη θρησκευτική ελευθερία στο Α.1 του Α’ Κεφαλαίου και συγκεκριμένα «καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλλεται την θρησκείαν του ελευθέρως και δια την λατρεία αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν. Η δε της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι θρησκεία της Επικρατείας». Το ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832 στο Κεφάλαιο Β και Α.6 αναφέρει21 «Η επικρατούσα θρησκεία εις την Ελληνικήν Επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου και Αγίας του Χριστού Εκκλησίας. Καθείς όμως πρεσβεύει τα της θρησκείας του ακωλύτως. Και πάσα θρησκεία, της οποίας αι τελεταί γίνονται πασιφανώς και δημοσίως, έχει ίσην υπεράσπισην υπό των νόμων».

 

Στο Σύνταγμα του 1844 στο Κεφάλαιο «Περί Θρησκείας» και συγκεκριμένα στο Α.1 αναφέρεται22 «Η επικρατούσα θρησκεία εις την Ελλάδα είναι η της ανατολικής ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας, πάσα δε άλλη γνωστή θρησκεία είναι ανεκτή, και τα λατρείας αυτής τελούνται ακωλύτως υπό τη προστασία των νόμων, απαγορευόμενου του προσηλυτισμού και πάσης άλλης επέμβασης κατά της επικρατούσας θρησκείας». Εντυπωσιακή μοιάζει η αναφορά για πρώτη φορά στον όρο «προσηλυτισμός», αλλά περιορίζεται μόνο κατά της επικρατούσας θρησκείας σε αντίθεση με σήμερα, που έχει ευρύτερη εφαρμογή η απαγόρευση αυτή. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στο Σύνταγμα του 186423 και σε αυτό του 191124.

 

Στο Σύνταγμα του 1925 στο Α.9 του Κεφαλαίου Β σημειώνεται25 «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστος. Τα της λατρείας πάσης θρησκείας τελούνται ελευθέρως υπό τη προστασία των νόμων, εφόσον δεν αντίκειται εις τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται». Αυτά τα εδάφια «θυμίζουν» αρκετά πλέον το ισχύον Σύνταγμα. Ο προσηλυτισμός ξεκάθαρα απαγορεύεται. Στο Σύνταγμα του 1927 στο Α.1 του Κεφαλαίου Α επαναλαμβάνεται26 μεταξύ άλλων το ίδιο με το Σύνταγμα του 1925, ενώ στο πρώτο εδάφιο υπογραμμίζεται «Επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας».

 

Στο Σύνταγμα του 195227 στο Α.1 αναφέρεται «Η επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας. Πάσα δε άλλη γνωστή θρησκεία είναι ελευθέρα και τα της λατρείας αυτής τελούνται ακωλύτως υπό τη προστασία των νόμων, απαγορευομένου του προσηλυτισμού και πάσης άλλης επέμβασης κατά της επικρατούσας θρησκείας». Στο Σύνταγμα του 196828 στο Α.1 των γενικών διατάξεων αναφέρεται «Επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας. Ο προσηλυτισμός και πάσα άλλη επέμβασις κατά της επικρατούσας θρησκείας απαγορεύεται». Το ίδιο επαναλαμβάνεται στο Σύνταγμα του 197329.

 

Στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα του 197530 η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται στο Α.13, το οποίο αφενός δε συμπεριλαμβάνεται στο A.48 π.1 Συντ., που προβλέπει το «δίκαιο της ανάγκης», την αναστολή δηλαδή κάποιων συνταγματικών διατάξεων σε περίπτωση καταστάσεως πολιορκίας, αφετέρου η π.1 του εν λόγω άρθρου συγκαταλέγεται στις μη υποκείμενες σε αναθεώρηση διατάξεις, που απαριθμούνται στο Α.110 π.1 Συντ.

 

Το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας αναλύεται στο δικαίωμα της θρησκευτικής συνειδήσεως και στο δικαίωμα της ακώλυτης τέλεσης λατρευτικών πράξεων, ενώ υπόκειται σε εκ του Συντάγματος οριζόμενους περιορισμούς, που είναι η έννοια της γνωστής θρησκείας31, η μη αντίθεση στα χρηστά ήθη και στη δημόσια τάξη, η συμφωνία με τη νομοθεσία της πολιτειακής δικαιοταξίας32 και η απαγόρευση του καταχρηστικού προσηλυτισμού (το Σύνταγμα αναφέρει γενικώς και αορίστως ότι απαγορεύεται ο προσηλυτισμός, αλλά νομολογία και θεωρία συμφωνούν στην απαγόρευση μόνο του αθέμιτου προσηλυτισμού). Πρόκειται για ένα ατομικό δικαίωμα, που γεννά αξίωση απέναντι στην πολιτεία, ενώ σε συνδυασμό με τα Α.11 και Α.12 του ισχύοντος Συντάγματος συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν επιφυλάσσεται μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για τους διαμένοντες σε ελληνικό έδαφος Έλληνες πολίτες33. Συνταγματικά η θρησκευτική ελευθερία συνδέεται με τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (Α.2 του Συντ.), καθώς και με την ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (Α.5 του Συντ.).

 

Γνωστή είναι η θρησκεία που διαθέτει φανερή λατρεία και φανερά δόγματα (πριν από το 1975 το Σ.τ.Ε. δεχόταν ότι δε θα έπρεπε να αντίκεινται οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρακτικές στη δημόσια τάξη). Μάλιστα, διαφέρει από την έννοια της αναγνωρισμένης θρησκείας, διότι, για να θεωρηθεί μια θρησκεία γνωστή, δεν απαιτείται η έκδοση πολιτειακής άδειας. Από την άλλη, αντίθετες στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη και άρα μη προστατευόμενες συνταγματικά είναι πχ θρησκείες που εντάσσουν στη λατρεία τους ανθρωποθυσίες, λήψη ναρκωτικών ουσιών κλπ ή που αποξενώνουν πλήρως τους πιστούς από τις οικογένειές τους, σφετερίζονται την περιουσία τους και τους υποβάλλουν σε σωματικές κακώσεις.

 

Στο Σύνταγμά μας, το περιεχόμενο της θρησκευτικής ελευθερίας εμπεριέχει τόσο την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης όσο και την ελευθερία της λατρείας. Είναι αυτονόητο ότι η θρησκευτική ελευθερία, όπως κάθε ελευθερία δεν είναι ανεξέλεγκτη, ούτε ανεύθυνη, ούτε ασύδοτη. Προϋποθέτει για την ύπαρξή της την ανοχή. Όπως προϋποθέτει σε κάθε περίπτωση κατά την άσκησή της και το σεβασμό της ελευθερίας των άλλων. Το μόνιμο μέσο της άσκησης34 είναι η εμπεριεχόμενη στο δικαίωμα εξουσία με συγκεκριμένη ή αφηρημένη ερμηνεία35 του Συντάγματος. Ακόμη, υπό ορισμένες συνθήκες και τη στάθμιση ορισμένων στοιχείων που η τυχόν παράλειψή τους να συνιστά την αθέμιτη κατάχρηση του ασκούμενου δικαιώματος. Το Σύνταγμα ορίζει ότι η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη (Α.13 π.2 Συντ.).

1.3.Θρησκευτική ελευθερία στο ισχύον Σύνταγμα

Σήμερα, η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται σε όλα τα Συντάγματα της Ευρώπης36. Αυτό καταδεικνύει τη σπουδαιότητά της σε όλη την Ευρώπη ανεξαρτήτως επίσημης Εκκλησίας και ιστορικών αναλύσεων. Είναι ένα δικαίωμα αναφαίρετο και κατοχυρωμένο συνταγματικά, ατομικό και πλήρες. Η θρησκευτική ελευθερία, λοιπόν, κατοχυρώνεται συνταγματικά στο Α.13 του Συντάγματος και συγκεκριμένα:

«Άρθρο 13

1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.

2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.

3. Oι λειτουργοί όλων των γνωστών θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας.

4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους.


5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.»

 

Υποκείμενο του δικαιώματος ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης και της θρησκευτικής ελευθερίας γενικότερα, είναι κάθε άνθρωπος και όχι μόνο οι έλληνες πολίτες. Η θρησκευτική ελευθερία αναλύεται σε ένα εσωτερικό δικαίωμα που συνίσταται στην ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και σε ένα εξωτερικό δικαίωμα τέλεσης λατρευτικών πράξεων κατά το τυπικό κάθε θρησκείας. Eπίσης, διαχωρίζεται από την ανεξιθρησκία.

Έτσι ανεξιθρησκία χαρακτηρίζεται η «αδιαφορία» που δείχνει το κράτος απέναντι στις θρησκείες που πρεσβεύουν οι πολίτες του, ουσιαστικά όμως ταυτίζεται με την ανοχή του πλουραλισμού θρησκευτικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων που υφίσταται στην κοινωνία, με παράλληλη όμως προώθηση της επίσημης θρησκευτικής (ή αθεϊστικής) ιδεολογίας37. Η θρησκευτική ελευθερία έχει θετικό περιεχόμενο, όχι απλώς ουδέτερο.

1.3.1.Ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης

Θρησκευτική συνείδηση είναι η ενδιάθετη πίστη και η εξωτερίκευση της προς οποιοδήποτε δόγμα για την υπόσταση του θείου38. Διαθέτει την εσωτερική και εξωτερική της πλευρά. Η εσωτερική, δηλαδή, η αθέατη, ενδιάθετη πλευρά της, αφορά την πίστη του ανθρώπου σε οποιοδήποτε ή και σε κανένα θρησκευτικό δόγμα. Η εξωτερική πλευρά της θρησκευτικής συνείδησης αναφέρεται στην προς τα έξω εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ατόμου.39 Η προστασία της θρησκευτικής συνείδησης σημαίνει κατά κύριο λόγο προστασία της γενικότερης θρησκευτικής δράσης, του θρησκευτικού λόγου κ.λπ.

Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης περιλαμβάνει τα εξής επί μέρους δικαιώματα40:

1. Το δικαίωμα να πρεσβεύει ο καθένας οποιαδήποτε θρησκεία ή δόγμα ή αίρεση ορισμένης θρησκείας ή να είναι άθρησκος ή άθεος.

2. Το δικαίωμα να διακηρύσσει ή να αποκρύπτει τις θρησκευτικές ή άθεες πεποιθήσεις του.

3. Το δικαίωμα να διαμορφώνει, να μεταβάλλει ή να εγκαταλείπει τα θρησκευτικά του πιστεύω.

4. Το δικαίωμα να μην υπόκειται σε άνιση ή δυσμενή μεταχείριση λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων

5. Το δικαίωμα να μεταδίδει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις με τη δυνατότητα χρήσης όλων των προσφερόμενων από το σύνταγμα μέσων (πχ ελευθερία γνώμης, προφορικής, έγγραφης, δια του τύπου, το δικαίωμα συναθροίσεων και συνεταιρισμού).

 

Από τα παραπάνω δικαιώματα, εντονότερα απασχόλησε τη πρόσφατη νομολογία του Σ.τ.Ε το δεύτερο δικαίωμα που αναφέρεται στο δικαίωμα «του μη ερωτάσθαι και σιωπάν»41 (αρνητική θρησκευτική ελευθερία) του ατόμου σχετικά με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, αλλά και η κατοχυρωμένη νομικά δυνατότητα του να εκδηλώνει ελεύθερα τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις (θετική θρησκευτική ελευθέρια). Πρόκειται για τη σχέση των δύο αυτών διαφορετικών εκφάνσεων της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης. Με αφορμή το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας, η ολομέλεια του Σ.τ.Ε. εξέδωσε τις πολυσυζητημένες αποφάσεις του 200142, οπού το Δικαστήριο προσδιόρισε σαφέστατα παρά ποτέ το περιεχόμενο τόσο της αρνητικής όσο και της θετικής θρησκευτικής ελευθερίας. Πάνω σε αυτό το ειδικότερο δικαίωμα στηρίζεται και η άποψη ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες είναι αντισυνταγματική, όχι μόνο όταν είναι υποχρεωτική (Α.3 π.2 Ν.1988/1991), αλλά ακόμη και εάν είναι προαιρετική (όπως προέβλεπε Α.3 π.2 του Ν.1599/1986), διότι και στη περίπτωση αυτή από την απουσία δηλώσεως τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η έλλειψη θρησκευτικών πεποιθήσεων.

 

Να υπογραμμισθεί ότι η π.1 του Α.13 είναι μη αναθεωρητέα43. Το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στο Α.13 του Συντάγματος είναι δικαίωμα ατομικό, πλήρες δικαίωμα του ατόμου, το οποίο παράγει αγώγιμη και εξαναγκαστή έννομη αξίωση. Για την ύπαρξη και εφαρμογή των ως άνω δικαιωμάτων απαιτείται η θεμελίωση της ελευθερίας ασκήσεως της θρησκείας. Η θρησκεία σύμφωνα με το Α.13 π.2 Συντ. ασκείται ελεύθερα, καθόσον αφορά τη λατρεία της. Επιτρέπεται δηλαδή τόσο η ατομική όσο και η συλλογική άσκηση του δικαιώματος. Η θεσμική εγγύηση της θρησκείας αναγνωρίζεται και από την π.2 του Α.16 Συντ., όπου τονίζεται η καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης ως μιας από τις βασικότερες αποστολές του κράτους. Άρα, από τον συνδυασμό των δύο άρθρων, προκύπτει ξεκάθαρα ότι το Σύνταγμά μας εγγυάται τη θρησκεία44 ως θεσμό. Να σημειωθεί, πως τo δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας παράγει αγώγιμη και εξαναγκαστή έννομη αξίωση45.

 

Στο ισχύον ελληνικό Σύνταγμα η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται στο Α.13, το οποίο αφενός δε συμπεριλαμβάνεται στο Α.48 π.1 Συντ., που προβλέπει το «δίκαιο της ανάγκης», την αναστολή δηλαδή κάποιων συνταγματικών διατάξεων σε περίπτωση καταστάσεως πολιορκίας, αφετέρου η π.1 του εν λόγω άρθρου συγκαταλέγεται στις μη υποκείμενες σε αναθεώρηση διατάξεις, που απαριθμούνται στο Α.110 π.1 του Συντάγματος. Πρόκειται για ένα ατομικό δικαίωμα, που γεννά αξίωση απέναντι στην πολιτεία, ενώ σε συνδυασμό με τα Α.11 και Α.12 του ισχύοντος Συντάγματος συνάγεται το συμπέρασμα ότι δεν επιφυλάσσεται μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για τους διαμένοντες σε ελληνικό έδαφος Έλληνες πολίτες46.

 

Ας υπογραμμισθεί εδώ ότι η διάκριση ανάμεσα στην «επικρατούσα» και τις γνωστές θρησκείες έχει σημασία μόνο για την ελευθερία άσκησης της θρησκείας, όχι όμως για την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης. Η ελευθερία αυτή είναι κατ’ αρχήν απεριόριστη, αν και δεν απαλλάσσει από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το κράτος ή την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τους νόμους. Αφορά οποιαδήποτε θρησκεία και τις αποκλίνουσες από αυτήν διδασκαλίες, καλύπτει δε και την απόρριψη της θρησκείας καθ’ εαυτή και την άρνηση ύπαρξης Θεού. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει επίσης το δικαίωμα του ατόμου να δηλώνει ή να αποσιωπά τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή την ανυπαρξία τους.

 

1.3.2.Ελευθερία λατρείας

Η ελευθερία άσκησης θρησκείας, της οποίας η λατρεία είναι η σπουδαιότερη εκδήλωση, συνιστά την άλλη ελευθερία που εμπεριέχεται στη θρησκευτική. Τα όρια ανάμεσα στην ελευθερία ασκήσεως της θρησκείας και την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης δεν είναι ευδιάκριτα μα ούτε και απόλυτα, αφού η άσκηση της θρησκείας αποτελεί συγχρόνως και εκδήλωση θρησκευτικών πεποιθήσεων, και αφού η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι άνευ ουσίας χωρίς την ελευθερία ασκήσεως της θρησκείας. Η θρησκεία ασκείται είτε ατομικά είτε συλλογικά και το Σύνταγμα προστατεύει και τα δύο δικαιώματα. Πάντως η συνταγματική κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας δε φαίνεται να κατοχυρώνει τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους. Η επίκληση της Αγίας Τριάδας στην αρχή του Συντάγματος, η μέχρι ενός σημείου κρατική ρύθμιση του καθεστώτος της «επικρατούσας θρησκείας», ο θρησκευτικός όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας επιβεβαιώνουν την ως άνω θέση47.

 

Η θρησκευτική ελευθερία και ακριβέστερα η άσκηση της θρησκευτικής λατρείας υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς, όπως άλλωστε συμβαίνει και σε όλα τα υπόλοιπα ατομικά δικαιώματα. Πρόκειται για περιορισμούς που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα και είναι:

α) η δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη

β) τα καθήκοντα έναντι του κράτους και η συμμόρφωση στους νόμους

γ) η απαγόρευση ασκήσεως προσηλυτισμού

 

Το Σύνταγμα ορίζει ότι «η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη» ( Α.13 π.2 εδ. β Συντ.). Στην ευρεία έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται και τα χρηστά ήθη, παρόλο που το Σύνταγμα διακρίνει αυτές τις δύο έννοιες. Όταν αναφερόμαστε στη δημόσια τάξη, εννοούμε το σύνολο των θεμελιωδών εκείνων πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και ηθικών αρχών και αντιλήψεων που επικρατούν στην Ελλάδα σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή48. Συνεπώς, η έννοια της δημόσιας τάξης προσεγγίζει περισσότερο την έννοια του Α.33 ΑΚ. Μέσα σε αυτή τη γενική έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνονται και τα χρηστά ήθη, δηλαδή οι θεμελιώδεις, γενικές και βασικές αντιλήψεις για την ηθική.

 

Σύμφωνα με το Α.13 π.4 του Συντάγματος, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για να απαλλαγεί κανείς από τις υποχρεώσεις του προς το κράτος. Εξαιρετικής σημασίας είναι το ζήτημα των στρατιωτικών υποχρεώσεων από εκείνα τα άτομα, που για θρησκευτικούς ή ιδεολογικούς λόγους, αποκρούουν είτε τη στράτευση γενικά είτε την ένοπλη υπηρεσία στο στράτευμα. Το Σύνταγμα καθιερώνει αδιακρίτως για όλους τους Έλληνες την υποχρέωση να συντελούν στην άμυνα της πατρίδας, σύμφωνα με τους ορισμούς των νόμων (Α.4 π.6 Συντ.). Ο Ν. 2510/1997 προβλέπει την άοπλη ή εναλλακτική θητεία για όσους επικαλούνται τις θρησκευτικές ή ιδεολογικές τους πεποιθήσεις προκειμένου να μην εκπληρώσουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις για λόγους συνειδήσεως.

 

Επίσης, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία και για να αρνηθεί κανείς τη συμμόρφωσή του στους νόμους. Πρόκειται για γενικής ισχύος νόμους, όπως ο Κ.Ο.Κ. ή ο Γ.Ο.Κ. Οι γενικοί αυτοί νόμοι θα πρέπει να αφορούν στη προάσπιση σπουδαίου έννομου αγαθού που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο και επίσης προστατεύεται από το Σύνταγμα, όπως η δημόσια υγεία, η εθνική άμυνα κ.λπ.

 

1.3.3.Απαγόρευση προσηλυτισμού

Η πιο αισθητή σχετικοποίηση στην άσκηση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας επέρχεται με την απαγόρευση του προσηλυτισμού, η οποία επιβάλλεται από τον ίδιο, μάλιστα, τον συνταγματικό νομοθέτη. Το ισχύον Σύνταγμα ορίζει ρητώς και κατηγορηματικώς ότι «ο προσηλυτισμός απαγορεύεται49. Ωστόσο, αυτή η απαγόρευση του προσηλυτισμού δεν είναι καινοφανής, δεδομένου ότι για πρώτη φορά θεσπίστηκε στο Σύνταγμα του 1844 το οποίο προέβλεπε στο A.1 ότι η λατρεία κάθε γνωστής θρησκείας τελείται ακωλύτως υπό την προστασία των νόμων «απαγορευομένου του προσηλυτισμού, και πάσης άλλης επεμβάσεως κατά της επικρατούσης θρησκείας».

 

Η βούληση αυτή του συνταγματικού νομοθέτη δεν διαφοροποιήθηκε με το πέρασμα του χρόνου, πράγμα το οποίο με ενάργεια αποτυπώνεται στα μεταγενέστερα συνταγματικά κείμενα. Έτσι, η απαγόρευση του προσηλυτισμού επαναλαμβάνεται με την ίδια στερεότυπη διατύπωση και στα Συντάγματα του 1864 και 1911, τα οποία αναγνώριζαν, όπως ήδη έχει αναφερθεί πιο άνω, ένα καθεστώς ανεξιθρησκίας, όχι όμως και θρησκευτικής ελευθερίας. Δεν καθίσταται επομένως παράδοξο ή δυσεξήγητο το γεγονός ότι σκοπός του θεμελιώδους νόμου του Κράτους ήταν η προστασία της επικρατούσας θρησκείας, αφού απαγορεύεται όχι μόνο οποιαδήποτε προσηλυτιστική ενέργεια, αλλά και κάθε άλλη επέμβαση κατ' αυτής. Μάλιστα η απαγόρευση του προσηλυτισμού εντάσσεται, ασφαλώς όχι τυχαίως, στις διατάξεις εκείνες που ρυθμίζουν την οργάνωση της Πολιτείας και τη θέση της επικρατούσας θρησκείας, πράγμα το οποίο θέλει αναμφιβόλως να καταδείξει την προνομιακή μέριμνα της Πολιτείας για την προστασία της επικρατούσας θρησκείας.

 

Συγκριτικά και κάνοντας μια επισκόπηση στα προηγούμενα συνταγματικά κείμενα που αναφέρθηκαν, με το βραχύβιο Σύνταγμα του 1925 ο συνταγματικός νομοθέτης αποδεικνύεται σαφώς προοδευτικότερος, από τη στιγμή που στο Α.9 ορίζεται ότι η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως είναι απαραβίαστος, εξαίρεται ιδιαιτέρως η ελευθερία της λατρείας «πάσης Θρησκείας» και μάλιστα υπό την προστασία των νόμων και απαγορεύεται γενικώς ο προσηλυτισμός

 

Από την ίδια φιλελεύθερη διάθεση διακατέχεται και το Σύνταγμα του 1927, σύμφωνα με το Α.1 του οποίου εισάγεται γενική απαγόρευση του προσηλυτισμού, δεν απαγορεύεται δηλαδή αυτός μόνο όταν επιχειρείται κατά της επικρατούσας θρησκείας , αλλά σε κάθε περίπτωση και δεν επαναλαμβάνεται η απαγόρευση «κάθε άλλης επεμβάσεως» κατά της τελευταίας50.

 

Στα δύο «συνταγματικά κείμενα» της δικτατορίας, του 1968 και του 197351 , επανέρχεται η διάταξη που απαγορεύει τον προσηλυτισμό, και κάθε άλλη επέμβαση, εναντίον της επικρατούσας θρησκείας, γεγονός το οποίο εκφράζει τη βούληση της στρατιωτικής «κυβερνήσεως» του Γ. Παπαδόπουλου να αποτυπώσει, και συνταγματικώς, το μονομερή ιδεολογικό της προσανατολισμό στα θέματα της θρησκείας. Μετά την πτώση της δικτατορίας με τη συντακτική πράξη «περί αποκαταστάσεως της δημοκρατικής νομιμότητας κλπ» , που υπογράφηκε από τον πρόεδρο της κυβερνήσεως Εθνικής Ενότητας Κωνσταντίνο Καραμανλή, επανατέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1952, το οποίο ίσχυσε, με ορισμένες τροποποιήσεις 11.6.1975, οπότε τέθηκε σε ισχύ το Σύνταγμα του 1975.

 

Πάντως, η σημαντική καινοτομία του ισχύοντος Συντάγματος έγκειται στη μετατόπιση της διατάξεως που απαγορεύει το προσηλυτισμό από το χώρο των συνταγματικών όρων και ρυθμίσεων που προστατεύουν την επικρατούσα θρησκεία (Κεφάλαιο περί Σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας) σε εκείνον που ρυθμίζει συνολικώς τα θέματα της θρησκευτικής ελευθερίας (Α.13). Έτσι η απαγόρευση του προσηλυτισμού αποκτά και πάλι τη γενικότητά της, και συνεπώς ισχύει όταν επιχειρείται προσηλυτιστική ενέργεια τόσο υπέρ όσο και κατά της επικρατούσας θρησκείας. Η μεθοδολογική αυτή διαφοροποίηση του ισχύοντος Συντάγματος συνιστά αναμφισβήτητα, πέρα από καινοτομία52, καθοριστική εξέλιξη για το προστατευόμενο έννομο αγαθό της θρησκευτικής ελευθερίας, και τούτο, διότι με το ισχύον καθεστώς «η απαγόρευση του προσηλυτισμού λειτουργεί προστατευτικά όχι μόνο ως προς τα δικαιώματα των «πιστών» της επικρατούσας θρησκείας, αλλά και των «πιστών» όλων των γνωστών θρησκειών και ακόμη και των μη εχόντων θρησκευτική πίστη53».

 

Αυτή τη συνταγματική απαγόρευση του προσηλυτισμού, η οποία, παρά τις εννοιολογικές και μεθοδολογικές, επί μέρους, αποκλίσεις της, επαναλαμβάνεται από όλα τα συνταγματικά κείμενα κύρωσε ο νομοθέτης με το Α.4 του A.N. 1363/193854, όπως αυτός τροποποιήθηκε ένα μόλις χρόνο αργότερα με το Α.2 του A.Ν. 1672/1939. Ωστόσο, μια πρώτη αποτύπωση5556 της σημερινής μορφής του εγκλήματος βρίσκει κανείς στον προϊσχύσαντα Ποινικό Νόμο του 183657. Από το συνδυασμό των Α.149, Α.195 και Α.198 προκύπτει η πλήρης διατύπωση του συστήματος που ακολούθησε ο τότε ποινικός νομοθέτης με σκοπό τον ποινικό κολασμό του προσηλυτισμού.

 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τον ποινικό αυτό νόμο, ο προσανατολισμός λογίζεται αξιόποινος: α) όταν σκοπόν έχη να ελκύση προσηλύτους εις λεγάμενα θρησκευτικά δόγματα, ων η εν τω βίω εφαρμογή απειλεί την διατάραξιν της πολιτικής τάξεως και είναι ασυμβίβαστος προς αυτήν (Α.149), β) όταν ενεργήται διά καταναγκασμού (ψυχολογικής ή φυσικής βίας ή δι’ απειλών) και σκοπόν έχη την μεταβολήν των πεποιθήσεων του πρεσβεύοντος θρησκείαν τινά γνωστήν και μετάστασιν αυτού εις ετέραν (Α.195) και γ) όταν επιδιώκηται δι' αθεμίτων μέσων, οίον δι' υποσχέσεων, αμοιβών, διά χρηματικών παροχών και των τοιούτων58.

 

Ο ποινικός νομοθέτης του 1835 είχε προβλέψει στο Α.198 του Π.Ν., ότι, πέραν των άλλων, η τέλεση του προσηλυτισμού προϋποθέτει τη συνδρομή στο πρόσωπο του υπαίτιου της ιδιότητας του «αιρεσιώτου». Ο Άρειος Πάγος, στην προσπάθειά του να ερμηνεύσει τον σχετικό όρο, εξέδωσε δύο αντίθετες, μεταξύ τους, αποφάσεις. Έτσι, με την υπ' αριθμό 231/1904 απόφασή του, όρισε ως «αιρεσιώτες» εκείνους που πρεσβεύουν «θρησκευτικάς δοξασίας, αίτινες αντίκεινται προδήλως εις τα αποτελούντα την βάσιν της της κρατούσης θρησκείας κύρια δόγματα του χριστιανισμού», τους αιρετικούς δηλαδή, σύμφωνα με την έννοια που προδίδει στο συγκεκριμένο όρο η θεολογία της επικρατούσας Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τέτοιες «αιρετικές δοξασίες είναι αυτές, λόγου χάρη, που διαδίδουν ότι «η Παναγία Παρθένος δεν έτεκε τον θεάνθρωπον Ιησούν Χριστόν, αλλ'απλώς άνθρωπον, ότι δεν διέμεινε παρθένος και μετά τη γέννησιν του Χριστού, ότι πλην αυτού έτεκε και άλλα τέκνα, ότι τα εν τοις Ευαγγελίοις αναφερόμενα θαύματα δεν έλαβον πράγματι χώραν, κ.λπ.»

 

Την ορθή όμως, από πλευράς νομικής ακρίβειας, έννοια αποδίδει στον όρο «αιρεσιώτης» η υπ’ αρ. 586/1931 απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού, η οποία στοιχείται με τη θεωρία59 και κρίνει ότι ως «αιρεσιώται δεν χαρακτηρίζονται μόνον οι αιρετικοί αλλά περιλαμβάνονται και οι ανήκοντες εις διαφόρους εκκλησίας ή ακολουθούντες διάφορα θρησκευτικά συστήματα». Κατά τον Άρειο Πάγο μάλιστα η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση συμβαδίζει με τον σκοπό του ποινικού νομοθέτη, ο οποίος ήθελε να εξασφαλίσει αδιακρίτως την προστασία της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως, μέσω του ποινικού κολασμού των προσηλυτιστικών από οπουδήποτε και αυτές προέρχονται.

 

Σύμφωνα με την άποψη που παγίως κρατούσε τότε μπορεί ο προσηλυτισμός να απαγορευόταν, κατά τη ρητή διάταξη του Συντάγματος, μόνο όταν επιχειρείτο κατά της επικρατούσας θρησκείας, ωστόσο «ο ποινικός νόμος επί ευρυτέρων βάσεων στηριζόμενος τιμωρεί τον προσηλυτισμό εν γένει, ουδεμίαν ποιούμενος διαστολήν ανα μέσον της επικρατούσης θρησκείας και των άλλων θρησκειών». Την άποψη αυτή είχε υιοθετήσει και το Ανώτατο Ακυρωτικό, το οποίο αποφάνθηκε, με την υπ' αρ. 586/1931 απόφασή του, ότι σκοπός του ποινικού νομοθέτη ήταν «να παρεμποδίση, δια ποινικού καταναγκασμού πάντα μεταξύ των ανεγνωρισμένων υπό του Κράτους θρησκειών ή των διαφόρων θρησκευτικών συστημάτων τελούμενον προσηλυτισμό, προς προστασίαν της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως και πρόληψιν διαταράξεως της εννόμου τάξεως εκ των αμοιβαίων τυχόν προσηλυτιστικών ενεργειών».

 

Αυτή όμως η γενικότητα της απαγορεύσεως του προσηλυτισμού που είχε εισαγάγει ο ποινικός νομοθέτης δεν βρισκόταν σε αρμονία με τις διατάξεις των Συνταγμάτων του 1844, 1864, και 1911, τα οποία απαγόρευαν όχι μόνο τον προσηλυτισμό, αλλά και κάθε άλλη επέμβαση, πλην μόνο ενάντια στην επικρατούσα θρησκεία. Από τη στιγμή λοιπόν που ο ποινικός νόμος απαγόρευε εξίσου τον προσηλυτισμό ως προς όλες τις γνωστές θρησκείες, μην προστατεύοντας ιδιαιτέρως την επικρατούσα και από «κάθε άλλη» επέμβαση, όπως όριζε η σαφής συνταγματική απαγόρευση, είναι σίγουρο ότι εξέφραζε, έστω και ως παραφωνία ένα «αλλότριο, ευρύτερο, φιλοσοφικό πνεύμα», το οποίο είναι αμφίβολο αν το άντεχε η εποχή του.

 

Έτσι, η μεταξική δικτατορία, και προκειμένου να εναρμονίσει την ποινική νομοθεσία με τη συνταγματική απαγόρευση του προσηλυτισμού κατά της επικρατούσας θρησκείας, όπως αυτή, ρητώς πλέον, αποτυπωνόταν τότε στο Σύνταγμα του 1911, το οποίο είχε, ήδη από το έτος 1935, επανατεθεί σε ισχύ, προχώρησε το 1938 στην έκδοση του Α.Ν.1363/1938, ο οποίος απέδιδε, με το Α.4, στον προσηλυτισμό την εξής έννοια: «Προσηλυτισμός είναι πάσα διά βίας ή απειλών ή αθεμίτων μέσων ή διά παροχών ή δι ' υποσχέσεων και χρηματικών ή άλλης φύσεως παροχών, διά μέσων και υποσχέσεων απατηλών, δι' επιδαψιλεύσεως ηθικής και υλικής περιθάλψεως, διά καταχρήσεως της απειρίας ή εμπιστοσύνης ή δι' εκμεταλλεύσεως της ανάγκης ή της πνευματικής αδυναμίας ή κουφότητος και εν γένει η καθ’ οιονδήποτε τρόπον άμεσος ή έμμεσος επιτυγχάνουσα ή μη προσπάθεια ή απόπειρα προς διείσδυσιν εις την θρησκευτικήν συνείδησιν ετεροδόξων ανηλίκων ή ενηλίκων επί σκοπώ συνειδητής ή ασυνειδήτου μεταβολής του περιεχομένου της θρησκευτικής αυτών συνειδήσεως, της θρησκευτικής των πίστεως, και προσαρμογής αυτών προς τας ιδέας ή πεποιθήσεις του προσηλυτίζοντος6061».

 

Με τις ρυθμίσεις αυτές ο νομοθέτης, έχοντας ως στόχευση των πρωτοβουλιών του την περιφρούρηση της θρησκευτικής ελευθερίας του ατόμου, την οποία θα επιτύγχανε με τον ποινικό κολασμό κάθε ενέργειας, ικανής να παραβιάσει την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, ανήγαγε τον προσηλυτισμό σε αυτοτελή μορφή εγκληματικής συμπεριφοράς. Είναι προφανές ότι για την εφαρμογή της συνταγματικής απαγορεύσεως, όπως αυτή κυρώθηκε από τον κοινό νομοθέτη, κρίσιμο μέγεθος συνιστά η έννοια του προσηλυτισμού εν όψει και της συνταγματικός κατοχυρωμένης θρησκευτικής ελευθερίας, έκφανση της οποίας, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν πιο πάνω, αποτελεί βεβαίως και η διάδοση των θρησκευτικών πεποιθήσεων και η θρησκευτική διδασκαλία.

 

1.3.4.Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται και από νέες και παλαιές διεθνείς συμβάσεις που σύμφωνα με το Α.28 π.1 Συντ. υπερέχουν των ελληνικών νόμων. Σημαντική αξία έχουν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου62 του 1950 (Α.9) και το Πρώτο Πρωτόκολλο63 του 1952 (Α2 εδ.1).

Συγκεκριμένα:

Ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας (Α.9 ΕΣΔΑ)

«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερία σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας, το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεως, ως και την ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημοσία ή κατ' ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία δια την δημοσία ασφάλεια, την προάσπιση της δημοσίας τάξεως, υγείας και ηθικής, ή την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων.»

και:

Δικαίωμα στην εκπαίδευση (Α.2 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου ΕΣΔΑ)

«Ουδείς δύναται να στερηθεί του δικαιώματος όπως εκπαιδευθεί. Παν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ' αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωση και εκπαίδευση ταύτη συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις.»

 

Επίσης βάσει του Διεθνούς Συμφώνου (όπως κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα:

 

«Άρθρο 18: 1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας. Αυτό το δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία να έχει ή να υιοθετεί κανείς τη θρησκεία ή την πεποίθηση της επιλογής του, καθώς και την ελευθερία να εκδηλώνει τη θρησκεία ή την πεποίθησή του, ατομικά ή από κοινού με άλλους μέσω της λατρείας, πράξεων ιεροτελεστίας, πρακτικής και διδασκαλίας.»

 

Ανάμεσα στο Α.13 Συντ. από τη μία και του Α.9 ΕΣΔΑ, Α.18 Δ.Συμφ. από την άλλη υπάρχει ομοφωνία, αλλά όχι πλήρης64. Η διαφορά έγκειται στο ότι η συνταγματική κατοχύρωση είναι λιγότερο ευρεία. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει μόνο τη θρησκευτική συνείδηση, ενώ οι διεθνείς συμβάσεις κατοχυρώνουν την ελευθερία της σκέψης, συνείδησης και πεποίθησης. Επίσης, οι διεθνείς συμβάσεις δεν περιέχουν την απαγόρευση του προσηλυτισμού.

 

Η αλήθεια είναι πως το Σύνταγμα εγγυάται το minimum και όχι το maximum της προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων. Άρα, λοιπόν, κανόνες δικαίου υποδεέστεροι του Συντάγματος μπορεί να μην δύνανται να μειώσουν τη προστασία, που το ίδιο προσφέρει, μπορεί όμως να την διευρύνουν. Αν η διεύρυνση αυτή γίνει με διεθνή σύμβαση που υπερισχύει, κατά το Α.28 π.1 Συντ. «πάσης αντιθέτου διατάξεως νόμου», η διεύρυνση δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη, αλλά εφαρμόζεται έναντι αλλοδαπών μόνο υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. Επίσης, στο Α.2 π.1 Συντ. κατοχυρώνεται η ελευθερία συνειδήσεως, ως βασικό και θεμελιώδες συστατικό της ανθρώπινης αξίας.

 

Το Α.9 π.1 ΕΣΔΑ προστατεύει κατά τρόπο απόλυτο τη θρησκευτική ελευθερία στην εσωτερική της διάσταση65 (forum internum) και η οποία αφορά στην εσωτερική διάθεση του ατόμου ως προς τα ζητήματα των θρησκευτικών και ιδεολογικών πεποιθήσεων. Με την αποτύπωση της ελευθερίας αυτής οι συντάκτες της ΕΣΔΑ επιθυμούσαν να προστατέψουν το άτομο «ενάντια στη κρατική επιβουλή αλλά και ενάντια στα απεχθή μέσα αστυνομικής έρευνας ή δικαστικής ανάκρισης που στερούν από τον ύποπτο ή τον κατηγορούμενο τον έλεγχο των πνευματικών του δυνατοτήτων και της συνείδησής του».

 

Η διάκριση θρησκείας και πεποιθήσεων δεν είναι ευκρινής στην ΕΣΔΑ. Παρόλο που δεν έχει και τόση σημασία, ας σημειωθεί πως από τη διατύπωση του Α.2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, αλλά και από τη νομολογία της Επιτροπής και του Δικαστηρίου προκύπτει πως η έννοια «πεποιθήσεις» είναι ευρύτερη από την έννοια «θρησκεία».

 

1.3.5.Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

1.3.5.1.Εισαγωγικά

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αποτελεί ένα διεθνές δικαστήριο, όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης66, που εκδικάζει προσφυγές διττού τύπου, τις ατομικές δηλαδή και τις διακρατικές, σύμφωνα με τις επιταγές της ΕΣΔΑ. Ο προσφεύγων, αναλυτικότερα, δύναται να είναι είτε κράτος είτε ιδιώτης, ωστόσο ο εναγόμενος πάντοτε ταυτίζεται με το κράτος, με παραβάσεις δηλαδή που προέρχονται από κάποια δημόσια αρχή67/68. Εφόσον, λοιπόν, η προσφυγή σε αμφότερες τις προβλεπόμενες περιπτώσεις στρέφεται κατά ενός κράτους, με το αιτιολογικό της παραβίασης της ΕΣΔΑ, ενέχει έντονα πολιτικό περιεχόμενο, ιδίως στην περίπτωση της διακρατικής προσφυγής.

 

Πάντως, τόσο στην περίπτωση της ατομικής όσο και στην περίπτωση της διακρατικής προσφυγής η Σύμβαση δεν προβαίνει σε διάκριση χρησιμοποιώντας και για τις δύο τη λέξη «application», υποδεικνύοντας τον ευρύτερο σκοπό της, που είναι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων από κάθε σκοπιμότητα πολιτική ή μη69. Σκόπιμο είναι να αναφερθεί ότι διακρατική προσφυγή δεν ασκήθηκε ποτέ κατά της Ελλάδος, ενώ η δήλωση για συνεπέστερη σύμπλευση με το κανονιστικό περιεχόμενο της Σύμβασης70/71 μέσω της αναγνώρισης της ατομικής προσφυγής εκ μέρους της χώρας μας, διενεργήθηκε το 1985 (20 Νοεμβρίου) με επανάληψή της ανά τριετία.

 

Η ΕΣΔΑ72 μέχρι το 1998 λειτουργούσε μέσω δικαιοδοτικών οργάνων73, της Ευρωπαϊκής επιτροπής δικαιωμάτων του Ανθρώπου74, του ΕΔΔΑ και της επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Η Επιτροπή, η διαδικασία ενώπιον της οποίας σημειώνεται και στις δύο υπό εξέταση υποθέσεις περί προσηλυτισμού, επιλαμβανόταν τον έλεγχο των προσφυγών, ατομικών και διακρατικών, διατυπώνοντας γνώμη επί του παραδεκτού και του βασίμου αυτών και απορρίπτοντας τις απαράδεκτες ή προδήλως αβάσιμες. Η γνώμη της Επιτροπής, μη δεσμευτική για το ΕΔΔΑ, διατυπωνόταν σε μορφή έκθεσης, μετά την υποβολή της οποίας στο συμβούλιο των Υπουργών κάθε ενέχων έννομο συμφέρον είχε τη δυνατότητα εντός ανατρεπτικής προθεσμίας τριών μηνών να κινήσει τις διαδικασίες για μεταφορά της υπόθεσης στο ακροατήριο75.

 

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ δεν εκτελούνται υποχρεωτικά κατά του κράτους για το οποίο εξεδόθησαν. Η εφαρμογή τους επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών εάν θα τις εφαρμόσουν. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ευρωπαϊκή έννομη τάξη δεν στηρίζεται μόνο στις αποφάσεις του Δικαστηρίου αλλά και στην πολιτική των ίδιων των ευρωπαϊκών Κυβερνήσεων που από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Όποιο κράτος δεν σέβεται τις αποφάσεις του Δικαστηρίου ουσιαστικά το μόνο που πετυχαίνει είναι να θέτει ένα καίριο πλήγμα κατά της ίδιας της ταυτότητάς του ως τμήμα του ευρωπαϊκού πολιτιστικού χώρου.

 

Η Ελλάδα αποτελεί και αυτή τμήμα της ευρωπαϊκής αυτής δημόσιας τάξης και το δίκαιό της βρίσκεται σε διαρκή έλεγχο. Το Σύνταγμα, οι αποφάσεις των ανωτάτων δικαστηρίων της και η γενικότερη πολιτική του ελληνικού κράτους έναντι των θρησκευτικών μειονοτήτων και των άλλων ομάδων βρίσκεται σε διαρκή ευρωπαϊκή παρακολούθηση. Όπως προαναφέρθηκε, η χώρα μας παρόλο που στο Α.13 του Συντάγματος έχει θεσπίσει την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και λατρείας, πολλές φορές έχει δείξει ότι δε σέβεται το θεμελιώδες αυτό δικαίωμα και οι πολίτες της προσέφυγαν στο ΕΔΔΑ για να δικαιωθούν.

 

Ελλείψει της Επιτροπής, σήμερα, οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ ως προς το πρώτο σκέλος τους είναι αναγνωριστικές, διαπιστώνουν δηλαδή την παράβαση ή μη της Σύμβασης. Αν διαπιστωθεί παράβαση, προχωρούν στο διαγνωστικό τους κομμάτι, στο οποίο αναλύεται η φύση της παραβάσεως, η οποία είναι διεθνούς δικαίου και από αυτή εκπορεύονται οι υποχρεώσεις εκ μέρους του συμβαλλομένου κράτους της λήξης της, της άρσης των συνεπειών της, καθώς και της μη επανάληψής της στο μέλλον.

 

Η διαδικασία της προσφυγής στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων προϋποθέτει εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων ή ανυπαρξία ένδικου βοηθήματος, ικανού να προσφέρει έννομη προστασία σε συγκεκριμένη υπόθεση76. Ο κανόνας αυτός διατυπώνεται στο Α.35 π.1 της Σύμβασης, εξυπηρετεί την προστασία της εθνικής έννομης τάξης και τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα παραίτησης από αυτόν. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το θέμα της μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων στην υπόθεση Βαλλιανάτος κ.λπ. κατά Ελλάδος (7.11.2013) σχετικά με την απουσία από το νόμο περί συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης του 200877 ρύθμισης σχετικής με τη σύναψη συμφώνου από ομόφυλα ζευγάρια. Η Κυβέρνηση προέβη σε ένσταση μη εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων, λόγω της μη απουσίας πραγματικής προσφυγής προβλεπόμενης από το εθνικό δίκαιο (σκέψη 38).

 

Το Δικαστήριο δέχθηκε τη μη ύπαρξη εσωτερικού ένδικου μέσου για τους προσφεύγοντες, ωστόσο ο δικαστής Pinto De Albuquerque διατύπωσε τη γνώμη ότι αφενός η μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν γεγονός ερειδόμενο μάλιστα στη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, αφετέρου ότι το Δικαστήριο, με την εν λόγω απόφασή του και την τεκμηρίωση επί αυτής, εισήγαγε ένα νέο είδος απόφασης επί απευθείας προσφυγής βάσει νομοθετήματος άμεσης εφαρμογής (που δεν έχει δηλαδή την ανάγκη εκτελεστικών αυτού μέτρων για την επέλευση των έννομων συνεπειών του), το οποίο παραβιάζει τη Σύμβαση. Συγκεκριμένα, απόφαση τέτοιου είδους αποτελεί παρεμβολή του Δικαστηρίου στο εσωτερικό νομοθετικό έργο, αφού ρυθμίζει ζήτημα αρρύθμιστο από τον εθνικό νομοθέτη78.

 

Συγκροτείται, λοιπόν, μια ευρωπαϊκή δημόσια τάξη, η οποία ενσωματώνει την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αντιμετώπιση της κάθε είδους παράβασής τους με έναν ενιαίο τρόπο, εδραζόμενο πάντα και στην εθνική δικαιοταξία, όπως αυτή διαμορφώνεται επηρεασμένη από τις εκάστοτε κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές συνθήκες, βάσει της αρχής του πλουραλισμού. Η ΕΣΔΑ είναι μια Σύμβαση υπερνομοθετικής ισχύος, που σημαίνει κατ’ αρχήν ότι είναι υπέρτερη κάθε τυπικού ή ουσιαστικού νόμου, διατυπώνεται δε και η άποψη της υπερσυνταγματικής ισχύος της, η οποία απορρέει από τις προσπάθειες κατάρτισης ενός ενιαίου Ευρωπαϊκού Συντάγματος, που δεν καρποφόρησαν. Τα

 

Το Σύνταγμα αυτό θα διέθετε τυπικά υπέρτερη ισχύ έναντι των εθνικών Συνταγμάτων (suprema lex) και σχέδιό του είχε καταρτισθεί το 2003 μέσα στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Σε κάθε περίπτωση είναι αδιαμφισβήτητη η επίδραση του κανονιστικού περιεχομένου της Σύμβασης στην εσωτερική τάξη των κρατών-μελών79, αλλά και η επίδραση των εθνικών Συνταγμάτων στην Ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία.

 

Αξιοσημείωτη είναι η νομολογιακή αναγνώριση εκ μέρους του ΕΔΔΑ της αρνητικής θρησκευτικής ελευθερίας80, του δικαιώματος δηλαδή όχι στην εκδήλωση, αλλά στην απόκρυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων και στον μη εξαναγκασμό σε πράξεις ή παραλείψεις που δε συνάδουν με τα θρησκευτικά πιστεύω ορισμένου ατόμου, με αντιπροσωπευτικότερη την υπόθεση Buscarini, λόγω του αιτιολογικού της81. Η θρησκευτική ελευθερία δηλαδή είναι και ταυτόσημη με το σεβασμό των ορίων που θέτει κάθε άτομο στην εκδήλωση των θρησκευτικών του πεποιθήσεων. Άλλωστε, όπως έχει ήδη υπογραμμισθεί, η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται στο σύνολό της, όχι μόνο ως προς την εκδήλωση, αλλά και ως προς την απόκρυψη των θρησκευτικών πεποιθήσεων.

 

Tο υπό εξέταση δικαίωμα στο τρέχον κεφάλαιο διαθέτει ένα ευρύ φάσμα αναλύσεων τόσο στη βιβλιογραφία όσο και στη νομολογία, ωστόσο λόγω του γεγονότος ότι δεν αποτελεί το κεντρικό αντικείμενο της παρούσας, δε θα αναλυθεί περαιτέρω, καθώς αναφέρθηκαν τα στοιχεία που κρίθηκαν ως μεταβατικά στο θέμα του προσηλυτισμού, η εννοιολογική, καθώς και η νομική προσέγγιση του οποίου είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, αφού μάλιστα η συνταγματική ρύθμιση σχετικά με τον προσηλυτισμό βρίσκεται διατυπωμένη στο κεφάλαιο του Συντάγματος, που αφιερώνεται στα ανθρώπινα δικαιώματα και συγκεκριμένα στο άρθρο περί θρησκευτικής ελευθερίας. Επίσης, δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει αναφορά σε νομολογία του ΕΔΔΑ με πυρήνα το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και τις καταδίκες της Ελλάδος, αφού στο επόμενο κεφάλαιο θα εξετασθούν αρκετά διεξοδικά υποθέσεις σχετικές με τον προσηλυτισμό.

 

1.3.5.2.Νομολογία ΕΔΔΑ και Ελλάδα

Η ιδιαίτερη σχέση Εκκλησίας-Κράτους, όπως και όλο το κοινωνικοπολιτικό πλέγμα που περιβάλλει τον θεσμό της απόλαυσης της θρησκευτικής ελευθερίας στην Ελλάδα, έχει αντίκτυπο πέραν της ελληνικής έννομης τάξης και στη νομολογία του ΕΔΔΑ. Υπάρχουν πολλά ζητήματα, που εφάπτονται της θρησκευτικής ελευθερίας, τα οποία και έχουν απασχολήσει το ΕΔΔΑ, τις περισσότερες όμως φορές μάλλον αρνητικά, αφού καταδικάστηκε σε αποζημίωση η Ελλάδα. Προκαλούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο οι αποφάσεις όσο και οι γνώμες που διατυπώνονται. Αρκετοί νομικοί επιστήμονες ασχολήθηκαν κατά καιρούς με αυτές.

 

Η ίδρυση ναών και ευκτήριων οίκων (Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδος), η ποινικοποίηση του προσηλυτισμού (Κοκκινάκης κατά Ελλάδος), η Μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης (Σερίφ κατά Ελλάδος), οι αντιρρησίες συνείδησης (Βαλσάμης, Ευστρατίου κατά Ελλάδος) αποτελούν μερικά μόνο από τα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε το ΕΔΔΑ και προκαλούν μέχρι σήμερα νομολογιακό και επιστημονικό ενδιαφέρον. Παρακάτω θα αναλυθεί η υπόθεση «Κοκκινάκης κατά Ελλάδος», αφού είναι η μόνη που αφορά το θέμα της παρούσας εργασίας, τον προσηλυτισμό.

 

Ο έλεγχος της απαγόρευσης των διακρίσεων, λόγω πεποιθήσεων, παρουσιάζει σημαντικές διαβαθμίσεις. Όταν εξετάζονται υποθέσεις άμεσων διακρίσεων σε βάρος των μειονοτήτων, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών είναι υπερβολικά στενό. Το Δικαστήριο δίνει την εντύπωση ότι θεωρεί a priori ύποπτες διακρίσεων τις επεμβάσεις στο πεδίο του δικαιώματος στην περιουσία (Darby), της πρόσβασης σε δικαστήριο (Καθολική Εκκλησία των Χανίων) και της οικογενειακής ζωής (Hofmann) των θρησκευτικών μειονοτήτων. Είναι ενδεικτικό ότι στην Απόφαση Hofmann το Δικαστήριο σημειώνει ότι «παρά τον ενδεχόμενο αντίλογο, η διάκριση που στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην θρησκεία δεν είναι ανεκτή» . Αντίθετα, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών διευρύνεται όταν το «θύμα» των άμεσων διακρίσεων είναι νομικό πρόσωπο συνδεδεμένο με την επίσημη Εκκλησία της χώρας (Ιερές Μονές).

 

Εξαιτίας ακριβώς της στενής αυτής σχέσης, κρίνεται ότι οι εθνικές αρχές είναι πολύ πιο κοντά στις «τοπικές ανάγκες» από ό,τι το Δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση, το τεκμήριο μοιάζει να αντιστρέφεται: η διάκριση είναι, κατά βάση, εύλογη και αιτιολογημένη. Αυτό αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Τέλος, το περιθώριο εκτίμησης των κρατών διευρύνεται υπερβολικά στις περιπτώσεις των έμμεσων διακρίσεων. Παλαιότερα η Επιτροπή και το τώρα το Δικαστήριο απορρίπτουν συστηματικά τις σχετικές προσφυγές. Η απορριπτική στάση της νομολογίας στις προσφυγές με αντικείμενο τις έμμεσες διακρίσεις έχει δύο αντιτιθέμενες συνέπειες: αφ’ ενός δεν επιτρέπει την εξασθένηση της προστασίας του άρθρου 9 ΕΣΔΑ, που αποσκοπεί πρωτίστως στην αντιμετώπιση των άμεσων και σοβαρών προσβολών της θρησκευτικής ελευθερίας, αφ’ ετέρου δεν προσφέρει λύσεις στην προστασία όλων εκείνων των μειονοτήτων, οι οποίες, λόγω πολιτικής αδυναμίας, δεν δύνανται να ασκήσουν πίεση για την τροποποίηση, μέσα από την δημοκρατική διαδικασία, των «ενοχλητικών» γενικών μέτρων.

 

Η Απόφαση Θλιμμένος δημιουργεί νέα δεδομένα στην νομολογία της ΕΣΔΑ για τις έμμεσες διακρίσεις. Είναι η πρώτη φορά που κρίνεται ότι ένα γενικό μέτρο εισάγει διακρίσεις, αν δεν προβλέπει εξαιρέσεις λόγω πεποιθήσεων. Βεβαίως, η συγκεκριμένη Απόφαση αφορά το πλαίσιο του στρατού και συνδέεται με τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις στο Συμβούλιο της Ευρώπης για τους αντιρρησίες συνείδησης. Αν όμως επεκταθεί η νομολογία αυτή και σε άλλους χώρους (π.χ. φορολογία), τότε οι προσφεύγοντες θα πρέπει να αποδεικνύουν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η δράση συνιστά εκδήλωση των πεποιθήσεών τους. Πιθανότητα, τα κράτη θα απολαμβάνουν ευρύ περιθώριο εκτίμησης αλλά ο έλεγχος των περιορισμών της θρησκευτικής ελευθερίας (Α.9 π.2 ΕΣΔΑ) δεν θα είναι πλημμελής.

 

{συνεχίζεται...}

 

Αλεβίζος Χρήστος

 

 

 

1Ι.Μ.Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2000, Αθήνα –Κομοτηνή, σ.45

2 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.439

3 Α.Β.Παπατόλιος, Ιεραποστολή και θρησκευτική ελευθερία: κοινωνιολογική διερεύνηση, Διδακτορική διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2016, Θεσσαλονίκη, σ. 43

4 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο: Ατομικά Δικαιώματα, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1991, Αθήνα, σ.306

5 Γ.Πλαγγέσης, Πολιτική και Θρησκεία στη φιλοσοφία του John Locke, Εκδόσεις University Studio Press, 1998, Αθήνα, σ.23

6 Γ.Πλαγγέσης, Πολιτική και Θρησκεία στη φιλοσοφία του John Locke, Εκδόσεις University Studio Press, 1998, Αθήνα, σ.24

7 Α.Ι.Μάνεσης, Συνταγματικά δικαιώματα, α΄ Ατομικές Ελευθερίες, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 1982, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.250

8 Κ.Χ.Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2002, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.250,

9 Γ.Χ.Σωτηρέλης, Θρησκεία και εκπαίδευση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1998, Αθήνα, σ.75

10 Α.Ι.Μάνεσης, Συνταγματικά δικαιώματα, α΄ Ατομικές Ελευθερίες, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 1982, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.250

11 Α.Ι.Μάνεσης, Συνταγματικά δικαιώματα, α΄ Ατομικές Ελευθερίες, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 1982, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.249

12 Α.Ι.Μάνεσης, Συνταγματικά δικαιώματα, α΄ Ατομικές Ελευθερίες, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 1982, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.248

13 Κ.Χ.Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2002, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.248

14 Φ.Μπότσης, Η θρησκευτική ελευθερία στο πλαίσιο της Ελληνικής έννομης τάξης: από τη πραγματικότητα ή χρόνιο desideratum;, Εφαρμογές Δημόσιου Δικαίου, Εκδόσεις Αντ. Σάκκουλα, 2004, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.44 και επ.

15 Ενδεικτική ευρωπαϊκή νομολογία που αναφέρεται ρητώς στην ανθρώπινη αξία και αξιοπρέπεια: C-308/89, σκ.13: «…η ελεύθερη κυκλοφορία υπό συνθήκες ελευθερίας και αξιοπρεπείας, άριστες συνθήκες ενσωματώσεως της οικογενείας…», C-13/94, σκ. 22: «Η επίδειξη ανοχής έναντι αυτής της δυσμενούς διακρίσεως θα προσέκρουε στον σεβασμό της αξιοπρέπειας και της ελευθερίας, τον οποίο μπορεί να αξιώνει ο ενδιαφερόμενος και τον οποίο πρέπει να διασφαλίζει το Δικαστήριο.»

16 Χαρακτηριστικά C- 29/69, σκ.7: « Με αυτή την ερμηνεία, από την επίμαχη διάταξη δεν προκύπτει κανένα στοιχείο ικανό να θίξει τα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου που περιλαμβάνονται στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, των οποίων το σεβασμό εξασφαλίζει το Δικαστήριο.»

17 Η σημασία του διαφαίνεται και από τον τρόπο αντιμετώπισής του εκ μέρους της εθνικής, ευρωπαϊκής και διεθνούς νομολογίας, πχ Schneider v. State 308 U.S. 147 (1939), όπου το Δικαστήριο απεφάνθη ότι παρόλη την προσπάθεια της πολιτείας για καθαριότητα των δρόμων, δεν είναι δυνατή η απαγόρευση διανομής θρησκευτικών εντύπων στους πεζούς, έστω και αν είναι βέβαιο ότι θα απορριφθούν στο δρόμο.

18 Χ.Κ.Παπαστάθης, Εκκλησιαστικό δίκαιο – β’ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2007, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.84-85

 

19 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.25 & σ.34

20 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ. 43

21 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.54

22 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή,σ.82

23 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.92

24 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.102

25 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.116

26 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.140

27 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.193

28 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.215

29 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.252

30 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.13

31 Ν.4301/2014: Προβλέπει ως τεκμήριο γνωστής θρησκείας την άδεια ίδρυσης και λειτουργίας ναού η ευκτήριου οίκου.

32 Γ.Ξ.Κτιστάκις, Απαγόρευση θρησκευτικών διακρίσεων και γενικά μέτρα κατά τη νομολογία του ευρωπαϊκού δικαστηρίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ανακτήθηκε από http://www.dikonomia.gr/sites/default/files/3_ktistakis.pdf. Χαρακτηριστική η απόφαση της Επιτροπής δικαιωμάτων του ανθρώπου, Quakers κατά Ηνωμένου Βασιλείου. Ο εν λόγω περιορισμός, που πάντως επικεντρώνεται σε μέτρα γενικού περιεχομένου, είναι συνήθης στις έννομες τάξεις που διασφαλίζουν το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και προβλέπουν περιορισμούς επί αυτού: ο φορολογικός νόμος για παράδειγμα, έχει κριθεί και εκ μέρους του ΕΔΔΑ ότι αποτελεί ένα μέτρο γενικό, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με την ακώλυτη άσκηση του δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας.

33 Σ.Ν.Τρωιάνος, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1984, Αθήνα, σ.74 και επ.

34 Α.Γ.Δημητρόπουλος, Συνταγματικά Δικαιώματα – Γενικό Μέρος, τόμος γ’, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2005, Αθήνα-Θεσσαλονίκη,σ.159

35 Φ.Κ.Σπυρόπουλος, Συνταγματικό Δίκαιο, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2006, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.133

36 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, σ.470

37 Γ.Χ.Σωτηρέλης, Θρησκεία και εκπαίδευση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1998, Αθήνα, σ.250

38 Α.Γ.Δημητρόπουλος, Συνταγματικά Δικαιώματα – Γενικό Μέρος, τόμος γ’, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2005, Αθήνα-Θεσσαλονίκη,σ.186

39 Α.Γ.Δημητρόπουλος, Συνταγματικά Δικαιώματα – Γενικό Μέρος, τόμος γ’, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2005, Αθήνα-Θεσσαλονίκη,σ.187

40 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, σ.442

41 Α.Ι.Σβώλος – Γ.Κ.Βλάχος, Το Σύνταγμα της Ελλάδας - α΄ τόμος, 1954, Αθήνα, σ.68

42 Υπ’ αρ. 2281,2283,2284,2285/2001 Σ.τ.Ε.

43 Βάσει Α.110 π.1 Συντ.

44 Γ.Πινακίδης, Μονομερείς ερμηνευτικές προσεγγίσεις στο όνομα της ‘’επικρατούσας’’ θρησκείας, Περιοδικό ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, (ΤοΣ), τ.6/1999, σ.1096 και επ.

45 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, σ.7

46 Σ.Ν.Τρωιάνος, Παραδόσεις Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1984, Αθήνα, σ.74 και επ.

47 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, σ.456

48 Ι.Μ.Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2000, Αθήνα –Κομοτηνή, σ.57

49 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.84

50 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.142

51 Κ.Γ.Μαυριάς & Α.Μ.Παντελής, Συνταγματικά Κείμενα, τόμος πρώτος, δ’ έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2007, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.254

52 Ι.Μ.Κονιδάρης, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2000, Αθήνα –Κομοτηνή, σ.61

53 Α.Ν.Λοβέρδος, Προσηλυτισμός, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 1986, Αθήνα, σ. 39

54 I.Μ.Κονιδάρης, Θεμελιώδεις διατάξεις σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2006, Αθήνα, σ.11

55 Α.Ν.117/1936 «περί μέτρων προς καταπολέμησιν του κομμουνισμού και των εκ τούτου συνεπειών», σύμφωνα με τον οποίο «Τιμωρείται διά φυλακίσεως...πας όστις εγγράφως, προφορικώς ή καθ' οιονδήποτε άλλον τρόπον, αμέσως ή εμμέσως, επιδιώκει την διάδοσιν, ...και θρησκευτικών συστημάτων... ως και ο προσηλυτίζων εις τας θεωρίας, ιδέας και συστήματα ταύτα καθ' οιονδήποτε τρόπον»

56 Γ.Α.Πουλής, Το έννομο αγαθό που προστατεύεται με το έγκλημα του προσηλυτισμού, Περιοδικό Ποινικά Χρονικά, (ΠοινΧρ), 33, 1983, σ.223.

57 Ο προϊσχύσας Ποινικός Νόμος της 18/30.12.1833 δημοσιεύθηκε σε παράρτημα στο με αριθ. 3 φύλλο της ΕτΚ της 10.1.1834, ίσχυσε δε κατ' ακρίβεια, από 19 Απριλίου (1 Μαΐου) 1834, σύμφωνα με το υπ' αριθμό 705 ακροτελεύτιο άρθρο του. Συντάχθηκε αρχικώς στη γερμανική γλώσσα από τον Georg Ludwig von Maurer κατά το πρότυπο του βαυαρικού Κώδικα του 1813, ο οποίος υπήρξε έργο, κυρίως του Anselm von Feuerbach. Το γερμανικό κείμενο μεταφράστηκε στην ελληνική από τους Αναστάσιο Πολυζωϊδη και Κωνσταντίνο Σχινά και δημοσιεύθηκε στην ΕτΚ. Επειδή όμως κατά τη μετάφραση σημειώθηκαν λάθη, ανατέθηκε σε ειδική Επιτροπή η διόρθωση της μεταφράσεως, η οποία εγκρίθηκε με το από 24.7.1835 Διάταγμα του βασιλέως Όθωνα «περί μετατυπώσεως του ελληνικού κειμένου του Ποινικού Νόμου») και ο Ποινικός Νόμος αναδημοσιεύθηκε σε παράρτημα του με αριθ. 5 φύλλο ΕτΚ της 18.9.1835 και έκτοτε έχει ισχύ νόμου αυτό μόνο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω από 24.7.1835 Διατάγματος. Νέα έκδοση του Ποινικού Νόμου δημοσιεύθηκε έναν χρόνο αργότερα σε Παράρτημα του με αριθ. 66 φύλλου ΕτΚ της 3.11.1836.

58 Κ.Ν.Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος Ποινικού Νόμου, τ. 1-2, τυπογραφείο Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1892-1893, Αθήνα, σ.190 και επ.

59 Κ.Ν.Κωστής, Ερμηνεία του εν Ελλάδι ισχύοντος Ποινικού Νόμου, τ. 1-2, τυπογραφείο Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1892-1893, Αθήνα, σ.191

Συγκεκριμένα, σημειώνει ότι «αιρεσιώται είναι απλώς οι οπαδοί οιασδήποτε εκκλησίας ή άλλου θρησκεύματος, οι ακολουθούντες δηλαδή ωρισμένην αίρεσιν, ήτοι θρησκευτικόν ή φιλοσοφικόν σύστημα».

60 Ι.Θ.Παναγόπουλος, Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Εκδόσεις Σάκκουλα,1980, Αθήνα, σ.598

61 Δ.Α.Μπακούλας, Η νομολογία του Αρείου Πάγου επί ποινικής και πολιτικής ύλης και Γνωμοδοτήσεις της Εισαγγελίας αυτού, τ. Α’ – ΚΕ’, 1947-1974, τ. Α' (1947), σ.228.

Το Α.4 του A. Ν.1363/1938, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια, κατήργησε, ως ειδικός νόμος, το Α.198 του Ποινικού Νόμου (Ν. του 1836) «περί προσηλυτισμού και ερεθισμού σε εχθροπάθεια»

62 Υπογράφηκε στη Ρώμη την 4η Νοεμβρίου 19501 Έναρξη ισχύος : 3.9.1953, σύμφωνα με το άρθρο 66

63 Υπογράφηκε στο Παρίσι την 20η Μαρτίου 19521 Έναρξη ισχύος : 18.5.1954 σύμφωνα με το άρθρο 6

64 Π.Δ.Δαγτόγλου, Συνταγματικό Δίκαιο, Ατομικά Δικαιώματα Α΄, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2005, σ.442

65 Δ.Γκούμα, Η προστασία της θρησκευτική ελευθερίας: εξελίξεις και οσμώσεις μεταξύ ΕΣΔΑ & ελληνικής έννομης τάξης, Διπλωματική Εργασία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2007, Θεσσαλονίκη, σ.4

66 Πρόκειται για διεθνή οργανισμό, που συμπεριλαμβάνει 47 κράτη μέλη, από τα οποία τα 28 μετέχουν επίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

67 Κράτος εν στενή έννοια θεωρούνται τα ν.π.δ.δ. Επίσης για την οριοθέτηση του δημόσιου τομέα βλ. Α.1 π.6 του Ν.1256/1982 και Α.51 του Ν.1892/1990

68 Γ.Ξ.Κτιστάκις, Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου - με αφορμή τα 50 χρόνια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του Ανθρώπου, Εκδόσεις Παπαζήσης, 2009, Θεσσαλονίκη, σ.83 και επ.

69 Γ.Ι.Μίντσης, Οι διακρατικές προσφυγές στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Εκδόσεις Αντ.Σάκκουλα, 2003, Αθήνα-Κομοτηνή, σ.176 και επ.

70 Όπου αναφέρεται ο όρος Σύμβαση, εννοείται η ΕΣΔΑ, της οποίας η υπογραφή πραγματοποιήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1950 στη Ρώμη, δύο χρόνια δηλαδή μετά την υπογραφή της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ το 1948. Η ΕΣΔΑ ετέθη σε ισχύ το Σεπτέμβριο του 1953 και αριθμεί 47 συμβαλλόμενα κράτη, όσα δηλαδή συμπεριλαμβάνονται στο Συμβούλιο της Ευρώπης. Στην Ελλάδα η Σύμβαση κυρώθηκε για πρώτη φορά με το Ν.2329/1953 και εκ νέου κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης με το Ν.Δ.53/1974, αφού είχε σημειωθεί αποχώρησή της εν όψει της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, γεγονός που δικαιολογείται και από την ιστορική εξέλιξη της ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, η ιδέα της ενιαίας ευρωπαϊκής προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων γεννήθηκε μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου σημειώθηκαν αφόρητη παράβαση και καταδυνάστευσή τους.

Διαφαινόταν, λοιπόν, η ανάγκη προάσπισης των δημοκρατικών καθεστώτων και της ειρηνικής συνύπαρξης των κρατών (κάτι που διατυπώνεται και στο προοίμιο της Σύμβασης) σε ένα ενιαίο πλέγμα εδραιοποίησης των ανθρώπινων αξιών προς αποφυγή ενός νέου, ακόμη πιο καταστροφικού πολέμου. Βάσει των ανωτέρω το ΕΔΔΑ αντιμετωπίζει κάθε υπόθεση ανάλογα με τις ισχύουσες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες χρησιμοποιώντας τη Σύμβαση ως ένα ζωντανό εργαλείο (Tyrer κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 1978) σε συνάρτηση με τις εκάστοτε ανάγκες στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (πχ ο υπό εξέλιξη κλάδος του δικαίου «δίκαιο του περιβάλλοντος», που έχει συνδεθεί άμεσα με τις συνθήκες διαβίωσης και την αειφόρο ανάπτυξη,

71 Χ.Λ.Ροζάκης, H νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Κλίνη του Προκρούστη ή Συμβολή στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση;, Περιοδικό Νομικό Βήμα, (ΝοΒ), 57/2009, σ.1833 και επ.

72 Όπου Δικαστήριο, εννοείται το ΕΔΔΑ

73 Η Επιτροπή καταργήθηκε το 1993, τη χρονιά που κυρώθηκε η συνθήκη του Μάαστριχτ, με την οποία δημιουργείται και η έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, ωστόσο η αφετηρία της λειτουργίας του νέου ΕΔΔΑ τοποθετείται το 1998

74 Διακρίνεται από την Επιτροπή του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, η οποία λειτουργεί οιονεί δικαστήριο επιλαμβανόμενη ατομικές ή συλλογικές προσφυγές (προσφυγές δηλαδή που πραγματώνονται είτε ατομικά είτε από ομάδες ατόμων) για παραβάσεις του διεθνούς συμφώνου, η οποία αφορούσε την αντίθεση πρακτικής θρησκευτικής λατρείας προς πολιτειακό νομοθέτημα που προστάτευε ουσιαστικά τη δημόσια τάξη και υγεία – προβλεπόταν από πολιτειακό νόμο η απαγόρευση της χρήσης κάνναβης, η οποία κρινόταν απαραίτητη για την τέλεση λατρευτικών πράξεων της εν λόγω θρησκευτικής κοινότητας).

75 Ι.Δ.Σαρμάς, Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της Επιτροπής, Αντ.Σάκκουλα, 1998, Αθήνα, σ.9 και επ.

76 Υπόθεση Βαλλιανάτος κλπ κατά Ελλάδος - σκέψη 54: «…Μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών σχετικά με τις πιθανότητες ευδοκίμησης ενός συγκεκριμένου ένδικου μέσου, το οποίο δεν είναι προφανώς καταδικασμένο σε αποτυχία, δεν αποτελεί έγκυρο λόγο που να δικαιολογεί τη μη χρήση των εθνικών ενδίκων μέσων …Τέλος, αυτός που άσκησε ένα ένδικο μέσο ικανό να επανορθώσει άμεσα –και όχι εμμέσως- την επίδικη κατάσταση δεν υποχρεούται να εξαντλήσει άλλα ένδικα μέσα, τα οποία είναι μεν διαθέσιμα, αλλά αμφιβόλου αποτελεσματικότητας»

77 Ν.3719/2008: «Μεταρρυθμίσεις για την οικογένεια, το παιδί, την κοινωνία και άλλες διατάξεις»

78 Η Σύμβαση βάσει του A.28 π.1 του Συντάγματος συνιστά τμήμα του εσωτερικού δικαίου και διαθέτει υπερνομοθετική ισχύ. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι, εφόσον δεν καθίσταται ρητώς ότι έχει υποδεέστερη ισχύ του εθνικού Συντάγματος, που αποτελεί τον υπέρτατο νόμο του κράτους, ο Ευρωπαϊκός Δικαστής έχει το δικαίωμα να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διόρθωση της εθνικής νομοθεσίας συλλήβδην.

79 Ν.Κ.Κλαμαρής – Δ.Α.Τσικρικάς, Διεθνές Αστικό και Ευρωπαϊκό Δικονομικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2014, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σ.11 και επ.

Συγκεκριμένα στη σ.27: «…η ισχύς των κανόνων της ΕΣΔΑ στο εσωτερικό των εννόμων τάξεων των συμβαλλομένων κρατών επηρεάζει τα χαρακτηριστικά των τελευταίων, αφού συμβάλλει στον εμπλουτισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, που αποτελούν δομικά στοιχεία τους. Έτσι, μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι η έννοια της δημόσιας τάξεως έχει μεν εθνική προέλευση, ταυτόχρονα όμως επηρεάζεται αποφασιστικά από τις θεμελιώδεις αρχές και τους κανόνες της ΕΣΔΑ….»

80 Παρομοίως το General Comment 22, που ερμηνεύει το άρθρο 18 του Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα { CCPR General Comment No. 22: Article 18 (Freedom of Thought, Conscience or Religion), 30.7.1993} αναφέρει την ασυμβατότητα του εξαναγκασμού στο ζήτημα των θρησκευτικών πεποιθήσεων προς τη θρησκευτική ελευθερία ∙ η έννοια του αθέμιτου προσηλυτισμού με τη μορφή της απαγόρευσης του εξαναγκασμού εντοπίζεται σε νομοθεσία διάφορων της Ελλάδος κρατών: Cairo Declaration on Human Rights in Islam (1990) article 10: «Islam is the religion of unspoiled nature. It is prohibited to exercise any form of compulsion on man or to exploit his poverty or ignorance in order to convert him to another religion or to atheism.», ο αντίστοιχος Μολδαβικός νόμος χρησιμοποιεί τη λέξη proselytism αντί της compulsion θέτοντας μάλλον ένα πιο ασαφές κανονιστικό περιεχόμενο στη συγκεκριμένη διάταξη, διότι η φράση «ο υπερβολικός προσηλυτισμός» απαγορεύεται, προϋποθέτει αφενός ορισμό της έννοιας του προσηλυτισμού, αφετέρου την οριοθέτησή του, διότι πρόκειται για περισσότερο αφηρημένη έννοια, γεγονός που παρατηρείται και στην ξένη βιβλιογραφία.

 81  Υπόθεση Buscarini and Others v. San Marino,18.2.1999

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>