Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας

2016-04-10 15:39

Το άρθρο 33 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 2 τον όρκο που οφείλει να απαγγείλει ο νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας μετά την εκλογή του από το Κοινοβούλιο. «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδος να φυλάσσω το Σύνταγμα και τους νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του ελληνικού λαού». Το κείμενο αυτό, και συγκεκριμένα η πρώτη πρότασή του, προκάλεσε στους συνταγματολόγους μεγάλη θεωρητική συζήτηση και διχογνωμίες. Το αντικείμενο: Εφόσον το Σύνταγμα ορίζει σε τι οφείλει να ορκισθεί ο ΠτΔ θέτει ταυτόχρονα ως προϋπόθεση για την ιδιότητα να ασπάζεται το δόγμα της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας; Με απλά λόγια, είναι η θρησκεία του υποψηφίου ΠτΔ προϋπόθεση για να φέρει την ιδιότητα;

Κατ’ αρχάς πρέπει να εκκινήσουμε από το άρθρο 31 του Συντάγματος, που ορίζει ρητά τα τυπικά προσόντα εκλογιμότητας του ΠτΔ. Τα προσόντα αυτά είναι τα εξής:

  1. Ελληνική ιθαγένεια, και μάλιστα τουλάχιστον για τα πέντε τελευταία έτη πριν την εκλογή του
  2. Ελληνική εθνικότητα, δηλαδή καταγωγή από πατέρα Έλληνα ή μητέρα Ελληνίδα
  3. Ηλικία 40 ετών
  4. Νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν

Αυτά τα 4 προσόντα απαιτούνται ρητά από το Σύνταγμα για να μπορεί ένα πρόσωπο να εκλεγεί ΠτΔ. Όπως γίνεται αντιληπτό δεν αναφέρεται πουθενά η θρησκεία. Από το δεδομένο αυτό ξεκινάνε πολλοί και υιοθετούν την άποψη ότι δε μπορεί να συναχθεί ερμηνευτικά ένα επιπλέον προσόν εφόσον αυτό δεν ορίζεται ρητά.

Το πρώτο ερώτημα συνεπώς για το άρθρο 31 είναι κατά πόσον η αναφορά των προσόντων στο εν λόγω άρθρο είναι περιοριστική. Η πρώτη άποψη που ερμηνεύει το Σύνταγμα αυστηρά δε θεωρεί ότι υπάρχει περιθώριο προσθήκης προσόντων όταν έχει αφιερωθεί ειδικό άρθρο συγκεκριμένα για τα προσόντα εκλογιμότητας. Η δεύτερη άποψη ερμηνεύει το Σύνταγμα ως σύνολο, δεν περιορίζει την ισχύ των διατάξεων ανάλογα με το αντικείμενό τους κι ως εκ τούτου θεωρεί ότι προσόντα εκλογιμότητας μπορούν να προκύψουν από το σύνολο του Συντάγματος και όχι μόνο από το συγκεκριμένο άρθρο, από τη στιγμή που δεν ορίζεται ρητά πως η απαρίθμηση είναι περιοριστική. Η άποψη αυτή θεωρείται επικρατέστερη και ορθότερη.

Στο μείζον ερώτημα λοιπόν. Κατά πόσον μπορεί η θρησκεία να αποτελέσει προσόν εκλογιμότητας; Υπάρχουν επιχειρήματα υπέρ και κατά. Ας τα δούμε με τη σειρά.

Οι οπαδοί της άποψης που τάσσεται κατά ως πρώτο επιχείρημα προβάλλουν την ιστορική ερμηνεία του Συντάγματος. Το Σύνταγμα του 1952 όριζε ρητά στο άρθρο 47 ότι ο ανώτατος άρχων [τότε ο βασιλεύς] έπρεπε αναγκαία να πρεσβεύει το ανατολικό χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα, αλλιώς δε μπορούσε να αναλάβει το αξίωμα. Κατ’ αναλογική ερμηνεία υποστηρίζεται πως αν ο συντακτικός νομοθέτης ήθελε το θρήσκευμα να αποτελεί προσόν εκλογιμότητας θα το όριζε ρητά όπως έκανε και το 1952. Αντιθέτως το γεγονός πως επέλεξε συνειδητά να μην το θέσει δείχνει ότι δεν το θεώρησε απαραίτητο.

Ως δεύτερο επιχείρημα εναντίον της θεώρησης του θρησκεύματος ως προσόντος εκλογιμότητας προβάλλεται το άρθρο 13 του Συντάγματος. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ρητά ότι η απόλαυση των πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός, συνεπώς αν με συστηματική ερμηνεία ερμηνευτεί το άρθρο 33 συνδυαστικά με το άρθρο 13 καταλήγει κανείς στο συμπέρασμα ότι δε γίνεται ο ίδιος νομοθέτης που καθιέρωσε θρησκευτική ελευθερία για την άσκηση πολιτικών δικαιωμάτων να θεωρεί το θρήσκευμα ως προσόν εκλογιμότητας για το ανώτατο αξίωμα.

Τέλος, το τρίτο επιχείρημα της ίδιας άποψης προκύπτει από το άρθρο 59 του Συντάγματος για τον όρκο των βουλευτών. Το εν λόγω άρθρο ορίζει ρητά ότι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι βουλευτές [η ερμηνεία περιλαμβάνει και όσους δεν ασπάζονται κάποιο θρήσκευμα] μπορούν να δώσουν άλλον όρκο, της επιλογής τους. Μπορεί το άρθρο 33 να ερμηνευτεί αναλογικά και να θεωρηθεί ότι παρέχεται η δυνατότητα και στον ανώτατο άρχοντα να επιλέξει τον όρκο του όπως παρέχεται και στους αντιπροσώπους του λαού;

Αυτά είναι τα βασικά επιχειρήματα της άποψης εναντίον του θρησκεύματος ως προσόντος εκλογιμότητας. Ας δούμε τώρα τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς.

Το πρώτο επιχείρημα είναι η αυστηρή γραμματική ερμηνεία του άρθρου 33. Το άρθρο ορίζει τον όρκο που οφείλει να δώσει ο νέος ΠτΔ λέξη προς λέξη, δεν αφήνει περιθώριο διαφοροποίησης στο περιεχόμενο ούτε στην επίκληση. Από τη στιγμή λοιπόν που ο νέος ΠτΔ οφείλει να δώσει αυτόν ακριβώς τον όρκο έχει νόημα να μην ασπάζεται το εν λόγω δόγμα; Ως όρκος ορίζεται η διαβεβαίωση κάποιου προσώπου για την αλήθεια ορισμένων γεγονότων με επίκληση σε κάτι που θεωρεί ανώτερο. Το νόημά του είναι πως το πρόσωπο δεσμεύεται απέναντι στο ανώτερο ότι λέει την αλήθεια, ως εκ τούτου δεσμεύεται από τα λεγόμενά του και σε αντίθετη περίπτωση θα υποστεί κυρώσεις. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό πως ο όρκος χάνει το νόημά του αν απευθύνεται σε κάτι που ο ορκιζόμενος δε θεωρεί ανώτερο, όπως είναι ένα θρήσκευμα που δεν ασπάζεται.

Το δεύτερο επιχείρημα προέρχεται από τη συστηματική ερμηνεία του άρθρου 33 σε συνδυασμό με το προοίμιο του Συντάγματος. Ο συντακτικός νομοθέτης επέλεξε να ξεκινήσει το συνταγματικό κείμενο με τη φράση «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος», θέτοντας στην ουσία υπεράνω του Συντάγματος αποκλειστικά και μόνο την επικρατούσα θρησκεία. Στον δε προεδρικό όρκο όχι μόνο γίνεται επίκληση του θρησκευτικού στοιχείου, αλλά ορίζεται ρητά ότι επαφίεται στον ΠτΔ η προστασία του Συντάγματος και των νόμων. Αφενός δηλαδή ο συντακτικός νομοθέτης θέτει την Αγία και Ομοούσια και Αδιαίρετη Τριάδα υπεράνω του Συντάγματος, αφετέρου επιβάλλει στον ΠτΔ να ορκιστεί σε αυτήν ότι θα το προστατεύει. Θα μπορούσε αυτό να σημαίνει πως ο ΠτΔ πρέπει αναγκαστικά να ασπάζεται το δόγμα εκείνο που ο συντακτικός νομοθέτης έθεσε υπεράνω του Συντάγματος;

Το τρίτο επιχείρημα προκύπτει και πάλι μέσα από συστηματική ερμηνεία, σε συνδυασμό με το άρθρο 3. Το άρθρο αυτό ορίζει ως επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα το δόγμα της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού. Ερμηνεύεται πάντα σε συνδυασμό με το άρθρο 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας, σε πολλά συνταγματικά ζητήματα σχετιζόμενα με τη θρησκεία όμως έχει δώσει τη λύση, δικαιολογώντας την προτεραιότητα που δίνει το κράτος στο δόγμα αυτό. Κάτι ανάλογο θα μπορούσε να γίνει δεκτό και για τον ΠτΔ.

Όπως βλέπουμε και οι δύο πλευρές έχουν να παρουσιάσουν επιχειρήματα που να στηρίζουν τις θέσεις τους, άλλα σοβαρά και άλλα υποθετικά. Ας δούμε πως απαντά η κάθε άποψη στα επιχειρήματα της άλλης.

Στο επιχείρημα περί ιστορικής ερμηνείας του Συντάγματος οι υποστηρικτές της αντίθετης άποψης απαντούν πως από την υιοθέτηση του Συντάγματος του 1975 έχουν ακολουθήσει αρκετές αναθεωρήσεις, στις οποίες ο συντακτικός νομοθέτης δεν άλλαξε το θρησκευτικό όρκο του ΠτΔ, ούτε εισήγαγε εναλλακτική δυνατότητα. Πρόκειται για συνειδητή ή ασυνείδητη παράλειψη; Αν αναλογιστεί κανείς ότι για τους βουλευτές έχει ήδη υιοθετηθεί διαφορετική ρύθμιση, που θα μπορούσε πολύ εύκολα να ισχύει και για τον ΠτΔ, μάλλον καταλήγει πως ο συντακτικός νομοθέτης έχει αποφύγει συνειδητά την υιοθέτησή της.

Στην αναλογική ερμηνεία του άρθρου 59 για τον όρκο των βουλευτών η απάντηση της άλλης πλευράς συνδέεται με την προηγούμενη. Η αναλογική ερμηνεία επιστρατεύεται σαν  μέσο μόνο για να καλύψει κενά του νόμου, όχι όταν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση. Αν λοιπόν ο συντακτικός νομοθέτης δεν υιοθέτησε την ίδια ρύθμιση συνειδητά προφανώς δε γίνεται να επιβληθεί με αναλογική ερμηνεία, καθώς δεν υπάρχει κενό. Αν η παράλειψη ήταν γνήσια η αναλογική ερμηνεία θα μπορούσε να βρει εφαρμογή, κάτι τέτοιο όμως δε φαίνεται να ισχύει.

Το επιχείρημα της άλλης πλευράς για συστηματική ερμηνεία του άρθρου 33 με το προοίμιο συναντά αντιρρήσεις ως προς τη νομική δεσμευτικότητα του προοιμίου. Έχουν υποστηριχθεί πολλές απόψεις κατά καιρούς για το τι ακριβώς συνιστά το προοίμιο, αν είναι νομικά δεσμευτικό, αν είναι αναθεωρητή διάταξη κτλ. Οι απόψεις αυτές δε μπορούν να αναπτυχθούν εδώ, σε κάθε περίπτωση υποστηρίζεται πως το συγκεκριμένο επιχείρημα μόνο συμβολικό μπορεί να είναι, κι όχι νομικό.

Το σοβαρότερο μακράν επιχείρημα της άποψης που δε θεωρεί το θρήσκευμα προσόν εκλογιμότητας είναι η συστηματική ερμηνεία του άρθρου 33 με το άρθρο 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας, κι αυτό λόγω της διατύπωσης του άρθρου 13 που ρητώς εξαιρεί τα πολιτικά δικαιώματα από οποιονδήποτε συσχετισμό με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Στην ουσία η απάντηση της άλλης άποψης σε αυτό είναι τα επιχειρήματά περί αυστηρής γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 33 και συστηματικής ερμηνείας σε συνδυασμό με το άρθρο 3. Με βάση το νομικό αξίωμα περί υπεροχής της ειδικότερης διάταξης απέναντι στη γενική [lex specialis derrogat lege generale] αν ερμηνευθεί στενά γραμματικά το άρθρο 33 μπορεί να θεωρηθεί εξαίρεση από τον κανόνα περί θρησκευτικής ελευθερίας του άρθρου 13, ως ειδικότερη διάταξη, καθώς ο όρκος ορίζεται λέξη προς λέξη και δεν αφήνεται περιθώριο άλλης ερμηνείας. Το επιχείρημα αυτό ενισχύεται και από την διάταξη του άρθρου 3 περί επικρατούσας θρησκείας. Δεν είναι λίγες οι ανάλογες περιπτώσεις που το άρθρο 3 έδωσε τη νομική δυνατότητα στο ελληνικό κράτος να δώσει προτεραιότητα στην επικρατούσα θρησκεία απέναντι στις άλλες σε διάφορα ζητήματα [π.χ μάθημα Θρησκευτικών, θρησκευτικές σχολικές εορτές], παραβλέποντας το άρθρο 13 και τη νομική ισότητα που εξασφαλίζει. Συνεπώς η μια πλευρά ισχυρίζεται πως πρόκειται για μια ειδική διάταξη που σε συμφωνία με το υπόλοιπο Σύνταγμα ορίζει εξαίρεση από τη θρησκευτική ελευθερία του άρθρου 13, η άλλη πλευρά αντιτείνει πως η ρητή διατύπωση του άρθρου 13 δεν αφήνει περιθώρια αντίθετης ερμηνείας.

Σε κάθε περίπτωση όπως είναι γνωστό τη λύση σε τέτοια ζητήματα συνταγματικής φύσεως δίνει συνήθως η τελολογική ερμηνεία του Συντάγματος, η αναζήτηση δηλαδή του σκοπού του συντακτικού νομοθέτη. Εν προκειμένω τόσο το περιεχόμενο του συνταγματικού κειμένου όσο και τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία δείχνουν ότι ο συντακτικός νομοθέτης δεν εξέτασε καν το ενδεχόμενο να εκλεγεί ΠτΔ κάποιος που δεν ασπάζεται την επικρατούσα θρησκεία. Άλλωστε το 1975 η ελληνική καταγωγή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την ορθόδοξη πίστη, ήταν πολύ σπάνιο το φαινόμενο Έλληνας υπήκοος να μην την ασπάζεται. Θα μπορούσε λοιπόν το θρήσκευμα να θεωρηθεί προσόν εκλογιμότητας ως παρεπόμενο της ελληνικής εθνικότητας. Στις μεταγενέστερες αναθεωρήσεις δεν ίσχυε το ίδιο όμως η διάταξη δεν πειράχθηκε, ενώ το ενδεχόμενο ο ορκιζόμενος να μην ασπάζεται την επικρατούσα θρησκεία λήφθηκε υπόψη για όλα τα πολιτειακά αξιώματα που προβλέπονται ευθέως στο Σύνταγμα πλην του προεδρικού. Η πραγματικότητα της εποχής του 1975 σε συνδυασμό με τη διατήρηση της διάταξης ως είχε στις επόμενες αναθεωρήσεις οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο συντακτικός νομοθέτης το 1975 δε συμπεριέλαβε ρητά το θρήσκευμα ως προσόν εκλογιμότητας επειδή θεωρούσε δεδομένο πως η ιδιότητα του Έλληνα πολίτη συνήθως είναι συνδεδεμένη με αυτή του Χριστιανού ορθοδόξου, για αυτό και έδωσε δυνατότητα μόνο για θρησκευτικό όρκο. Οι μεταγενέστεροι αναθεωρητές διατήρησαν τη διάταξη ως είχε παρόλο που η σύνδεση των δύο ιδιοτήτων δεν ήταν πλέον δεδομένη, άρα συνειδητά επέλεξαν να μην αλλάξουν την ρύθμιση. Συνεπώς μάλλον το ασφαλέστερο συμπέρασμα που μπορεί να καταλήξει κανείς είναι πως το θρήσκευμα εξακολουθεί στην πράξη να αποτελεί προσόν εκλογιμότητας, παρόλο που η πραγματικότητα σε σχέση με την εποχή που θεσπίστηκε έχει ουσιωδώς μεταβληθεί.

Πάντως όποια από τις δύο νομικές εκδοχές κι αν πιστέψει κανείς υπάρχουν δύο συμπεράσματα που μάλλον δεν αμφισβητούνται. Το πρώτο είναι πως κανείς δεν πρόκειται να εγείρει νομικό ζήτημα σε σχέση με το νομότυπο ή όχι της εκλογής του ΠτΔ, ειδικά όταν αυτό αφορά τον όρκο του. Το δεύτερο πως ακόμα κι αν δεχτούμε πως ο συντακτικός νομοθέτης δεν ήθελε να δεσμεύσει νομικά για το θρήσκευμα μέσω του όρκου σίγουρα επέλεξε να κάνει μια πολιτική υπόδειξη πως ο εκλεγείς ΠτΔ είναι καλό να ασπάζεται την επικρατούσα θρησκεία και να ορκιστεί με τον όρκο εκείνο που εκφράζει το νομικά και ουσιαστικά μεγαλύτερο μέρος του λαού.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου-Ανδρέας Δημητρόπουλος

Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα-Πρόδρομος Δαγτόγλου

Από e-class: "Ο όρκος στο Σύνταγμα", "Ο όρκος", "Η άμεση εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και το Σύνταγμα"

 

Γράφει ο Μιχελόγγονας Αντώνης, τεταρτοετής φοιτητής της Νομικής σχολής Αθηνών

 
 

 

 

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>