Ο Μιχαήλ Άγγελος και το Έργο του

2016-05-24 13:51

Η παρούσα μελέτη, η οποία θα δημοσιευθεί σε τρία διαδοχικά μέρη, αφορά μια ενδιαφέρουσα περίοδο αυτή της Αναγέννησης και ειδικότερα το Μιχαήλ Άγγελο και το έργο του. Η μελέτη είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε κανείς να μπορέσει να έχει μία συνολική εποπτεία, όσο αυτό βέβαια είναι δυνατό, της τέχνης για αυτή τη περίοδο.

 

Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ

Με τον όρο Αναγέννηση χαρακτηρίζεται ένα πολυσύνθετο πολιτιστικό, ιστορικό και κοινωνικό φαινόμενο, που σημειώνει το πέρασμα από το Μεσαίωνα στη σύγχρονη εποχή.1  Είναι ένα φαινόμενο που εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας.2 Στον τομέα της τέχνης έχει την έννοια του ξαναζωντανέματος της αρχαίας τέχνης της Ρώμης και της Ελλάδας. Πλέον η τέχνη βρίσκεται απαλλαγμένη από πολλά μεσαιωνικά χαρακτηριστικά, με αποτέλεσμα να αντλεί την έμπνευσή της από την αρχαία παράδοση που αναθεωρείται μέσα από το ουμανιστικό  πνεύμα  της  εποχής.3   Η  ανανέωση  της  φιλοσοφικής  σκέψης  παρέχει στους καλλιτέχνες νέες ιδέες και ειδικότερα ο νεοπλατωνισμός θέτει τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου. Έτσι, κεντρικό ενδιαφέρον στην τέχνη παρουσιάζει πια ο άνθρωπος, η ατομική προσωπικότητα του ατόμου.4 Ιδιαίτερη σημασία βέβαια δίνεται και στη φύση στην οποία ζει ο άνθρωπος. Επιπλέον για πρώτη φορά η τέχνη γίνεται ιδιωτική, με την έννοια πως δεν διαμορφωνόταν από τη θρησκευτική ή την πολιτική εξουσία, αλλά αποτελούσε προϊόν αποκλειστικά των ίδιων των καλλιτεχνών.

Εικ. 1   Φιλίππο Μπρουνελλέσκι, Θόλος του Καθεδρικού Ναού της  Φλωρεντίας, περ. 1420 – 1436

Η τέχνη αποδεσμεύτηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από το θρησκευτικό δογματισμό και η ομορφιά του ρεαλιστικού κόσμου έγινε το νέο πεδίο καλλιτεχνικής αναζήτησης. Ο άνθρωπος και ο περιτρυγυρίζων χώρος του αποτέλεσαν το κεντρικό    σημείο αναφοράς των καλλιτεχνικών μελετών της Αναγέννησης.5 Ο καλλιτέχνης επεδίωκε να αναβιώσει μέσα από τη τέχνη το μεγαλείο της αρχαιότητας και ο στόχος αυτός  εξαπλώθηκε  σταδιακά  από  τις  πόλεις  της  Βόρειας  Ιταλίας  στην  υπόλοιπη Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Επεδίωκε δηλαδή να πειραματιστεί με καινούργια πράγματα και όχι να αντιγράψει προϋπάρχουσες τεχνικές και στιλ.6

Στις αρχές της περιόδου της Αναγέννησης οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονταν ως απλοί τεχνίτες και η κοινωνική θέση τους βρισκόταν πολύ χαμηλά.7 Φυσιογνωμίες καλλιτεχνών που σήμερα θεωρούνται πρωτεργάτες της περιόδου αυτής κατείχαν διαφορετική θέση στην κοινωνία, στην οποία ζούσαν, αλλά και στη συνείδηση των συγχρόνων  τους.  Η κοινωνική θέση  των καλλιτεχνών όμως,  με  το πέρασμα του χρόνου, άρχισε να αναβαθμίζεται. Η αναβάθμιση αυτή, όπως είναι λογικό, έγινε μετά από   διάφορους   κόπους   και   αγώνες   των   καλλιτεχνών.8   Οι   καλλιτέχνες   που εισπράττουν τους καρπούς αυτών των αγώνων είναι κυρίως ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Λεονάρντο ντα Βίντσι,9  οι οποίοι απέδειξαν την ενότητα και την ισοτιμία όλων των τεχνών, εξασφαλίζοντας τη θέση του καλλιτέχνη δίπλα στους θεράποντες των ελευθέρων τεχνών και ταυτόχρονα αναβάθμισαν την κοινωνική θέση του καλλιτέχνη, βελτίωσαν τις αμοιβές τους, τους απάλλαξαν από την κατηγορία του χειρόνακτα και περιέβαλαν το όνομά τους σε τιμή και δόξα.10

Η ζωγραφική, η επικρατέστερη τέχνη της Αναγέννησης,11 χαρακτηρίζεται γενικά για την αγάπη στην απόδοση του όγκου, της λεπτομέρειας, της προοπτικής και του φωτός και διακρίνεται για την οξύτητα της παρατήρησης.12  Ήδη από το 1300 υπήρξαν εντυπωσιακά ξεκινήματα στην ιταλική ζωγραφική με κυριότερο εκπρόσωπο τον Τζιότο (Giotto).13  Σε αντίθεση με την περίοδο του Μεσαίωνα, κατά την οποία η καλλιτεχνική δημιουργία ήταν στραμμένη σε θρησκευτικά θέματα, η Αναγέννηση χρησιμοποίησε   ανθρωπιστικά   και   μυθολογικά   θέματα.   Δηλαδή,   τα   θέματα προέρχονται κυρίως από τη Βίβλο, από την ιστορία και από τη μυθολογία της Ρώμης και  της  Ελλάδας.  Ωστόσο  υπάρχουν  και  σκηνές  από  τη  σύγχρονη  ζωή.14   Το ανθρώπινο σώμα αποδίδεται με πολλές λεπτομέρειες και το γυμνό αποθεώνεται. Η γλυπτική της Αναγέννησης δε συνδέεται πλέον με την αρχιτεκτονική όπως παλαιότερα, αλλά έχει αποκτήσει την ανεξαρτησία της. Τα γλυπτά μπορούν να είναι αυτόνομα, να κοσμούν παλάτια, πλατείες ή δρόμους. Η τεχνική είναι άρτια, οι όγκοι είναι επεξεργασμένοι τέλεια και γίνεται άριστη εκμετάλλευση του φωτός και της σκιάς.   Οι   καλλιτέχνες   αποδίδουν   με   πιστότητα   το   ανθρώπινο   σώμα.15     Η αρχιτεκτονική της εποχής αναπτύσσεται, λόγω των ρωμαϊκών ερειπίων που υπάρχουν στην Ιταλία. Οι παλαιότεροι ρυθμοί εμπλουτίζονται πια με καινούργια στοιχεία.16 Τα οικοδομήματα  χτίζονται  πάνω  σε  κατόψεις  με  τέλειες  αναλογίες.  Οι  όψεις  των κτιρίων δεν έχουν πια περιττά στολίδια, είναι ανάλαφρες και συμμετρικές. Στις αυλές μεγάλων  οικοδομών  υπάρχει  εσωτερική  αυλή,  η  οποία  είναι  περιτοιχισμένη  από στοές.  Τέλος,  οι  θόλοι  των  εκκλησιών  είναι  έργα  τέχνης  και  δίνεται  ιδιαίτερη σημασία στη σχεδίασή τους.

Τα  χρονικά  όρια  της  Αναγέννησης  βρίσκονται  ανάμεσα  στο  1350  και  το 1600.17 Με την κατά λέξη σημασία του όρου Αναγέννηση, εννοούμε ότι κάτι γεννήθηκε ξανά και χρησιμοποιείται για να δείξει ότι στον 14ο αιώνα υπήρξε μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον πολιτισμό της Ελλάδας και της Ρώμης. Τα χαρακτηριστικά της Αναγέννησης εμφανίζονται αρχικά στη Φλωρεντία κατά τον 14ο αιώνα, κυριαρχούν στις πόλεις – κράτη της Ιταλίας του 15ου αιώνα και αποκρυσταλλώνονται στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αιώνα.18

Το 1453 όταν το Βυζάντιο έπεσε στους Τούρκους,19 πολλοί μορφωμένοι Έλληνες λόγιοι κατέφυγαν στην Ιταλία φέρνοντας μαζί τους τον σημαντικό πολιτισμό της αρχαίας Ελλάδας,20  που είχε συνεχιστεί στη Ρώμη και στο Βυζάντιο. Με αυτόν τον τρόπο οι Δυτικοί εξοικειώθηκαν με τα αρχαία κείμενα, μετέφεραν τις γνώσεις τους και χειρόγραφα, συμβάλλοντας έτσι στην επιτάχυνση του φαινόμενου της Αναγέννησης. Επιπλέον με την ανακάλυψη της τυπογραφίας21 από τον Γουτεμβέργιο (1400  –  1468),  τα  βιβλία  έγιναν  πλέον  προσιτά  σε  ένα  ευρύτερο  κοινό,  ο αναλφαβητισμός περιορίστηκε και η μόρφωση έγινε συστατικό στοιχείο του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής.22

Ο Ιταλός, Τζόρτζιο Βαζάρι (Giorgio Vasari) ήταν αυτός που για πρώτη φορά χρησιμοποίησε τον όρο Αναγέννηση για να χαρακτηρίσει την αντίστοιχη εποχή: rinascita. Ωστόσο, ο όρος αυτός καθιερώνεται τον 19ο αιώνα από τον Jacob Burckhardt,23  ένα Γερμανό ιστορικό, στο βιβλίο του Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία (Die Kultur der Renaissance in Italien).24

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι γεννήθηκε στο Αρέτσο στις στις 30 Ιουλίου 1511 και πέθανε το 1574. Αν και υπήρξε ζωγράφος και αρχιτέκτονας,25  στην ιστορία έμεινε γνωστός ως « ο Πλούταρχος των καλλιτεχνών », χάρη στο βιβλίο του Βίοι των πιο επιφανών Ιταλών αρχιτεκτόνων, ζωγράφων και γλυπτών (Le vite de’ piu eccellenti pittori, scultori e architettori italiani).26  Κατά το 1568 ο Βαζάρι προχωρά σε μια βελτιωμένη δεύτερη έκδοση των Βίων του, εμπλουτίζοντάς τους με βιογραφίες καλλιτεχνών που βρισκόταν εν ζωή, καθώς και τη δική του βιογραφία.27  Το βιβλίο του Βαζάρι, παρά τα λάθη που υπήρχαν σ' αυτό, παραμένει μια μοναδική μαρτυρία της ιστορίας της ιταλικής τέχνης και παραμένει βασική πηγή γνώσης για τους Ιταλούς καλλιτέχνες με τους οποίους ασχολείται.28 Πολλοί ιστορικοί διαφωνούν ως προς τα χρονικά όρια της Αναγέννησης.29

Εικ. 2   Φιλίππο Μπρουνελλέσκι, Παρεκκλήσι των Πάτσι, περ. 1430, Φλωρεντία

Παρόλα αυτά, οι πιο κοινά παραδεκτές απόψεις συμφωνούν στην εξής διαίρεση: Πρωτοαναγέννηση: 14ος αιώνας (Trecento), Πρώιμη Αναγέννηση: 15ος αιώνας (Quattrocento), Ώριμη ή Κλασική Αναγέννηση: 1500 – 1527 (Cinquecento), Όψιμη Αναγέννηση ή Μανιερισμός: 1527 – 1600 (Cinquecento).30 Το Trecento αποτελεί το προοίμιο της Αναγέννησης, όπου βασίστηκε στις καινοτομίες του Τζιότο. Ο Τζιότο31 ως ζωγράφος, οδήγησε σε μια αληθινή αναβίωση της τέχνης και το έργο του ήταν εξίσου καλό με εκείνο των καλλιτεχνών που επαινούσαν στα βιβλία τους, τόσο οι Έλληνες, όσο και οι Ρωμαίοι συγγραφείς. Κατά το Quattrocento οι περισσότεροι Ιταλοί ζωγράφοι συμμετείχαν στην καλλιτεχνική ανανέωση προβάλλοντας έτσι από τους αναγεννησιακούς εκφραστικούς τρόπους, όσους συμφωνούσαν περισσότερο με την προσωπικότητα του κάθε καλλιτέχνη. Συγκεκριμένα την περίοδο αυτή οι καλλιτέχνες χρησιμοποίησαν τη γραμμική προοπτική,32 που έδωσε πληρέστερη αίσθηση των τριών διαστάσεων33, πειραματίστηκαν με την εφαρμογή των φωτοσκιάσεων (chiaroscuro), έκαναν χρήση της τεχνικής της ελαιογραφίας και μελέτησαν την ανατομία και τις αναλογίες του ανθρώπινου σώματος. Με τον όρο Cinquecento  εννοούμε  την  πολυπλοκότητα  στη  σύνθεση,  την  επιτήδευση  στην απόδοση της ανθρώπινης έκφρασης και την κατάργηση των αρμονικών αναλογιών της Αναγέννησης. 34

Παρόλο  που  η  Αναγέννηση  ξεκίνησε  στη  Φλωρεντία  τον  14ο  αιώνα,  η Ευρώπη την δέχτηκε με μια μικρή καθυστέρηση (τέλη 15ου αιώνα).35 Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, πραγματοποιείται μια καθολική ανανέωση της ζωής, της τέχνης, της επιστήμης και του πολιτισμού, στα πλαίσια μιας νέας κοσμοθεωρίας. Η νέα  αυτή  κοσμοθεωρία  έχει  ως  κέντρο  της  τον  άνθρωπο,  σε  αντίθεση  με  τον Μεσαίωνα που έχει τον Θεό.36 Έτσι, η ανθρωποκεντρική αντίληψη της Αναγέννησης εξηγεί τη συγγένειά της με την κλασική αρχαιότητα, όπου τόσο οι σοφοί, όσο και οι καλλιτέχνες αναζητούσαν παιδευτικές αρχές και πρότυπα για τη δημιουργία τους. Οι λόγιοι του Μεσαίωνα37 γνώριζαν πολλούς Ρωμαίους συγγραφείς, όπως τον Βιργίλιο, τον  Οβίδιο  και  τον  Κικέρωνα.  Κατά  την  περίοδο  της  Αναγέννησης ξανανακαλύφτηκαν έργα και άλλων, όπως του Λίβιου,38  του Τάκιτου39, του Λουκρήτιου, και έγιναν ευρύτερα γνωστά. Εξίσου σημαντική, αν όχι σημαντικότερη, ήταν η ανακάλυψη της κλασικής ελληνικής φιλολογίας. Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, οι δυτικοί λόγιοι άρχισαν να αφομοιώνουν την ελληνική γλώσσα και έθεσαν τα θεμέλια της φιλολογικής επιστήμης των νεωτέρων χρόνων.

Η στροφή αυτή στην αρχαιότητα έμεινε γνωστή με τον λατινικό όρο Humanismus (=ανθρωπισμός). Ο πρώτος που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν ο Γερμανός F. J. Niethammer το 1808.40  Ο όρος αυτός έθεσε στο επίκεντρό του τον άνθρωπο.41 Επίσης, ο ουμανισμός42 αναγόταν στη λέξη «humanista» που χρησιμοποιούσαν από τα τέλη του 15ου αιώνα για να χαρακτηρίσουν τους καθηγητές και τους δασκάλους των κλασικών γραμμάτων.43 Ωστόσο, ο ουμανισμός υπό κάποιο πρίσμα δεν είναι αυτή καθεαυτή φιλοσοφία, αλλά περισσότερο ένας τρόπος αναζήτησης  της  γνώσης.  Σκοπός  του  ουμανισμού  ήταν  να δημιουργήσει  ένα καθολικό  άνθρωπο,  στο  πρόσωπο  του  οποίου  συνδυαζόταν  η  πνευματική  και  η φυσική τελειότητα και ο οποίος ήταν ικανός να λειτουργεί έντιμα σε κάθε περίπτωση. Σε αντίθεση με  το μεσαιωνικό  σχολαστικισμό,  που  επικεντρώθηκε  στην επίλυση αντιφάσεων μεταξύ συγγραφέων, οι ουμανιστές μελέτησαν τα αρχαία κείμενα από το πρωτότυπο, εκτιμώντας τα, συνδυάζοντας τη λογική σκέψη και την εμπειρική παρατήρηση.

Παρόλο που οι ιστορικοί δυσκολεύονται να δώσουν τον ακριβή ορισμό του ουμανισμού, οι περισσότεροι αποδέχονται «ένα ορισμό της μέσης οδού... το κίνημα με στόχο την ανάκτηση, ερμηνεία και αφομοίωση της γλώσσας, γραμματείας, μεθοδολογίας μάθησης και αξιών της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Ρώμης». Πάνω από όλα, οι ουμανιστές αποθέωσαν την «ανθρώπινη ευφυΐα... τη μοναδική και ασυνήθιστη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού».44

Η ουμανιστική εκπαίδευση βασιζόταν στο πρόγραμμα της «studia humanitatis»45, δηλαδή ένα πρόγραμμα σπουδών που κάλυπτε πέντε πεδία: την Ποίηση, τη Γραμματεία, την Ιστορία, την Ηθική Φιλοσοφία και τη Ρητορική. Οι ουμανιστές  ήταν  κυρίως  φιλόλογοι  και  η  δραστηριότητά  τους  προεξέτεινε  τη ρητορική  παράδοση  του  δυτικού  πολιτισμού  που  είχαν  θεμελιώσει  οι  αρχαίοι Έλληνες σοφιστές. Μάλιστα αντέγραφαν, μετέφραζαν και ερμήνευαν κείμενα και με την διάδοση της τυπογραφίας εξέδιδαν τα αρχαία κείμενα με κριτικά και ιστορικά σχόλια, τα οποία δημιουργούργησαν τα θεμέλια της νεότερης φιλολογικής επιστήμης.46   Οι  ουμανιστές  δάσκαλοι  προτιμούσαν  τις  ουμανιστικές  σπουδές,  οι οποίες   είχαν   στόχο   να   κάνουν   τους   σπουδαστές   ενάρετους   και   να   τους προετοιμάσουν για να συνεισφέρουν καλύτερα στις δημόσιες λειτουργίες του κράτους.47 Δύο σημαντικές προσωπικότητες ουμανιστών διδασκάλων της Αναγέννησης ήταν ο Γκουαρίνο ντα Βερόνα και ο Βιττορίνο ντα Φέλτρε.48

Οι ουμανιστές έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον για την επιστήμη, την αισθητική, τη θρησκεία και λιγότερο για την πολιτική. Η κύρια γραμμή των ενασχολήσεών τους ήταν η λατρεία του ωραίου. Ήταν πεπεισμένοι πως υπήρχαν στενοί δεσμοί μεταξύ του ανθρώπου και του σύμπαντος και πως το αρμονικό αποτελούσε μέρος του θείου. Ο κύριος στόχος των ουμανιστών ήταν να αποκαθάρουν τη  λατινική  γλώσσα,  της  οποίας  η  δομή  είχε  αλλοιωθεί  κατά  την  εποχή  του Μεσαίωνα, και να στραφούν περισσότερο στην ομιλουμένη, έτσι ώστε να πάρουν ένα χαρακτήρα καθημερινότητας. Ο ουμανιστής ήταν το είδωλο μιας εποχής, που θεωρούσε την παιδεία ως το υψηλότερο ιδανικό, αλλά και ως απαράβατο όρο της κοινωνικής καταξίωσης.

Το Βυζάντιο, σε αντίθεση με τη Δύση, κατάφερε να διατηρήσει ζωντανή την αρχαία ελληνική παράδοση. Σ' αυτό συνέβαλαν πολύ οι ουμανιστές, οι οποίοι ήθελαν να διδαχθούν τα αρχαία ελληνικά,49 έτσι ώστε να είναι σε θέση να καταλαβαίνουν τα κείμενα των Ελλήνων. Ένα παράδειγμα αποτελεί ο Πετράρχης, ο οποίος είχε πάντα μαζί του ένα χειρόγραφο του Ομήρου, δώρο του Νικολάου Σιγηρού από την Κωνσταντινούπολη, προσπαθώντας να βρει κάποιον να του μάθε ελληνικά.50

Εικ. 3  Ντονατέλλο, Δαβίδ, 1430 –  1440 Εθνικό Μουσείο Bargello Φλωρεντία

Ο Φραντσέσκο Πετράρκα ή Πετράρχης (Francesco Petrarcha, 1304 – 1374) ήταν αυτός που χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο ανθρωπισμό. Με τον όρο αυτό  εννοούμε  το  σύστημα  που  έθετε  στο  επίκεντρό  του  τον  άνθρωπο.51    Ο Πετράρχης θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του ουμανισμού.52  Ήταν ποιητής και λόγιος και έγραψε σονέτα53  στη δημώδη ιταλική γλώσσα της εποχής του. Ήταν επίσης ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, που θεωρούσε ότι η σχολαστική θεολογία και η φιλοσοφία βρισκόταν σε πλήρως λανθασμένη κατεύθυνση, γιατί ήταν προσηλωμένες στη θεωρητικολογία, αντί να προσπαθούν να διδάξουν στους ανθρώπους πως να συμπεριφέρονται σωστά για να πετύχουν τη σωτηρία τους.54  Ο Πετράρχης ενθάρρυνε τη μελέτη και τη διάδοση των αρχαίων κειμένων, ενώ το έργο του ενέπνευσε τις γενιές των λογίων, των καλλιτεχνών και των στοχαστών που ακολούθησαν.55 Τόσο ο ίδιος, όσο και οι διάδοχοι του ήταν πεπεισμένοι ότι τα ελληνικά και τα ρωμαϊκά κείμενα περιείχαν όχι μόνο το κλειδί της πραγματικής γνώσης, αλλά και ένα πρόγραμμα δράσης για την κατανόηση του κόσμου. Το τελικό ιδανικό του Πετράρχη ήταν η μοναχική ζωή του στοχασμού και του ασκητισμού, κάτι που οι επόμενες γενιές δεν ακολούθησαν, διότι ανέπτυξαν ένα άλλο ιδανικό, τον «αστικό ουμανισμό».

Έχει παρατηρηθεί ότι η καθαρή λατινική γλώσσα, η οποία ήταν τώρα το ιδανικό  των  ουμανιστών  και  της  ανώτερης  μορφωμένης  τάξης,  γινόταν  ένα  νέο όργανο ταξικής διάκρισης και μεγάλωνε το κενό που χώριζε την παιδεία από το λαό.56 Το ίδιο ισχύει και για τον Πετράρχη, ο οποίος εκτιμούσε πιο πολύ τα ποιήματά του, τα οποία ήταν γραμμένα στην λατινική γλώσσα (όπως το έργο του Αφρική), από εκείνα που έγραφε στην καθομιλουμένη.

Οι ουμανιστές λόγιοι διαμόρφωσαν το πνευματικό πεδίο της πρώιμης σύγχρονης εποχής. Πολιτικοί φιλόσοφοι και στοχαστές, όπως ο Νικολό Μακιαβέλλι (Niccolo Machiavelli, 1469 – 1527), o Τόμας Μορ (Sir Thomas More, 1478 – 1535) και ο Τζιοβάννι Πίκο ντέλλα Μιράντολα (Giovanni Pico Della Mirandola, 1463 – 1494), αναβίωσαν την ιδεολογία των Ελλήνων και των Ρωμαίων στοχαστών, υιοθετώντας την σε έργα, τα οποία ασκούσαν κριτική στους κυβερνώντες της εποχής τους.57  Ο πρώτος, ως πολιτικός φιλόσοφος της Ιταλίας, στις Ομιλίες για τον Λίβιο, εξύμνησε  ως  πρότυπο  για  όλες  τις  εποχές  την  αρχαία  Ρωμαϊκή  Δημοκρατία. Επιπλέον, επαίνεσε το συνταγματικό καθεστώς, την ισότητα και την ελευθερία με την έννοια της ανεξαρτησίας από κάθε εξωτερική επέμβαση. Ο Μακιαβέλλι στα βιβλία του  σκιαγραφούσε  την  πολιτική  και  την  πρακτική  των  κυβερνήσεων.  Ο  ίδιος υποστήριξε ότι όλοι οι άνθρωποι ωθούνται από κίνητρα ιδιοτελούς συμφέροντος και ιδιαίτερα από την επιθυμία της προσωπικής εξουσίας και της υλικής αυτάρκειας.58. Όσον αφορά τον Τόμας Μορ, θεωρείται ένας από τους πρώτους Άγγλους στοχαστές. Οι σύγχρονοι ουμανιστές τον θεωρούσαν ανώτερο από όλους τους συμπολίτες του. Στο έργο του Ουτοπία (Utopia) εμπεριέχεται όλη η φιλοσοφία του Μορ, αν και έχει χαρακτηριστεί από μερικούς ως συντηρικό, γίνεται όμως φανερό πως τα ιδανικά του ανθρωπισμού  του  συγγραφέα  βρισκόταν  πολύ  πιο  μπροστά  από  εκείνα  των ανθρώπων της εποχής του.59  Τέλος, ο Τζιοβάννι Πίκο ανήκε στον στενό κύκλο της Πλατωνικής Ακαδημίας του Λορέντζο της Φλωρεντίας. Το πιο γνωστό του έργο είναι η Δημηγορία γύρω από την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Μάλιστα, πίστευε ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο θαυμάσιο από τον άνθρωπο, διότι ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να ενωθεί με το Θεό, αν το επιθυμεί ο ίδιος.

 

 Η  ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ  ΤΗΝ  ΕΠΟΧΗ  ΤΗΣ  ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ 

Η πόλη της Φλωρεντίας είχε διατηρήσει το Μεσαιωνικό πυρήνα της, ο οποίος ήταν επικεντρωμένος γύρω από την αγορά, το δημαρχείο και την κεντρική πλατεία (piazza). Ενώ στην αρχή τα κτήρια κατασκευαζόταν γύρω από αυτόν τον πυρήνα, στη συνέχεια επεκτεινόταν και παραπέρα, λόγω της ταχύρυθμης ανάπτυξης της αρχιτεκτονικής.60

Η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική είναι έντονα επηρεασμένη από την κλασική αρχιτεκτονική, με κυριότερα χαρακτηριστικά τη συμμετρία, την οριζοντιότητα και την αρμονία που πιστεύεται ότι οδηγούν στην τελειότητα. Κάτω από την επίδραση του Νεοπλατωνισμού, οι αρχιτέκτονες της Ιταλίας κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι τέλειες αναλογίες στον άνθρωπο αντανακλούν την αρμονία του σύμπαντος και συνεπώς τα μέρη ενός κτηρίου θα πρέπει να έχουν μεταξύ τους, και σε σχέση με το σύνολό τους, τις αναλογίες των μελών του ανθρώπινου σώματος. Επομένως, τα αρχιτεκτονήματα χτίζονται πλέον με βάση τις αναλογίες του ανθρωπίνου σώματος, απομακρυσμένα από το δέος που εξέπεμπαν οι γοτθικοί ναοί.61

Ηγετική φυσιογνωμία της αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής είναι ο  Φιλίππο Μπρουνελλέσκι (Filippo Brunelleschi, 1377 – 1446), ο οποίος θεωρείται ο πρώτος ανθρωπιστής αρχιτέκτονας,62 διότι εφάρμοσε τις θεωρίες των κλασικών και κατασκεύασε το Ospedale degli Innocenti (Βρεφοκομείο) της Φλωρεντίας. Το κτήριο αυτό  θεωρείται  το  πρώτο  αναγεννησιακό  κτήριο  που  είχε  κατασκευαστεί  ποτέ. Ακόμα, ο Μπρουνελλέσκι κατασκεύασε τον περίφημο τρούλο του καθεδρικού ναού της Παναγίας των Λουλουδιών (Santa Maria del Fiore),63  (εικ. 1) απορρίπτοντας το γοτθικό στιλ64  και έτσι κατάφερε να πετύχει ένα συμμετρικό και αρμονικό αποτέλεσμα. Η στέγαση του καθεδρικού ναού με τον τρούλο65 από τον Μπρουνελλέσκι  υπήρξε  ένα  από  τα  σπουδαιότερα  κατορθώματα  της  μηχανικής Γίνεται φανερό ότι η αρχιτεκτονική αντίληψη του Μπρουνελλέσκι βρισκόταν πολύ κοντά στην ουμανιστική προσέγγιση των πραγμάτων. Άλλο σημαντικό έργο του Μπρουνελλέσκι είναι το παρεκκλήσι των Πάτσι (Pacci), (εικ. 2) ένα ιδιαιτέρως ντελικάτο και λεπτό κτήριο, στη Φλωρεντία.66  Εκεί συνταίριασε κίονες, εντοιχισμένους πεσσούς και αψίδες, για να δώσει μια εντύπωση ελαφράδας και χάρης.67  Αυτό το παρεκκλήσι έχει το στιλ, το οποίο ονομάστηκε αρχιτεκτονική του ουμανισμού. Μια άλλη σημαντική μορφή της εποχής ήταν ο Γενοβέζος Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι (Leon Battista Alberti, 1404 – 1472). Ο Αλμπέρτι το 1435 συνέγραψε την πραγματεία Περί ζωγραφικής στην οποία προσεγγίζει τις αρχές της προοπτικής απεικόνισης68 και

Εικ. 4  Βερόκκιο, Δαβίδ, 1473–1475, Εθνικό Μουσείο Bargello, Φλωρεντία

λίγα χρόνια αργότερα το De re aedificatoria (Περί της τέχνης του οικοδομείν, 1450) που αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά εγχειρίδια της αρχιτεκτονικής. Επίσης, στην αρχιτεκτονική του συνδύαζε τις κυλινδρικές καμάρες και τις θριαμβικές αψίδες, δίνοντας έτσι μια ιδιαίτερη πλαστικότητα στην απόδοση των  αρχιτεκτονικών  στοιχείων.  Δυο  από  τα  πιο  σημαντικά  έργα  του  είναι  ο σχεδιασμός της εκκλησίας του Αγίου Αντρέα στη Μάντουα, που η πρόσοψη του μοιάζει με γιγαντιαία αψίδα ρωμαϊκού τύπου και το Παλάτσο Ρουτσελλάι στη Φλωρεντία,69 ένα κτήριο με τρεις ορόφους, το οποίο το σχεδίασε για την οικογένεια Ρουτσελλάι. Εξίσου σημαντικό αρχιτεκτονικό έργο αποτελεί και ο καθεδρικός ναός του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη. Ο Πάπας Ιούλιος Β' χρειάστηκε τους αρχιτέκτονες Ντονάτο Μπραμάντε (Donato Bramante, 1444 – 1514) και Μιχαήλ Άγγελο για να πραγματοποιήσει το μεγαλεπήβολο οικοδομικό πρόγραμμά του.70 Ο Μπραμάντε, θεμελιωτής της αρχιτεκτονικής κατά την περίοδο της Ώριμης Αναγέννησης, έκανε τα σχέδια του καθεδρικού ναού και ο Μιχαήλ Άγγελος τον αποπεράτωσε. Το σχέδιο του Αγίου Πέτρου μιμήθηκε τα ερείπια των κλασικών κτηρίων του παρελθόντος που τον περιέβαλαν, με τη διαφορά ότι οι αναγεννησιακοί αρχιτέκτονες οδήγησαν τα υπάρχοντα σχέδια ένα βήμα παραπέρα.71 Δηλαδή, εγκατέλειψαν την αυστηρή γραμμή της Πρώιμης Αναγέννησης και εισήγαγαν πιο πολλά διακοσμητικά στοιχεία. Εκτός από αυτό έκτισε το παλάτι που βρίσκεται κοντά στο San Biango στις όχθες του Τίβερη.72

Σ’ αυτό το σημείο θα σημειωθούν κάποια βασικά στοιχεία για την πολεοδομία της Αναγέννησης. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της αναγεννησιακής πολεοδομίας αποτελεί η πόλη Παλμανόβα. Η πόλη αυτή, η οποία ιδρύθηκε το 1593, έχει σχήμα εννεάκτινου αστεριού και χτίστηκε σύμφωνα με τα σχέδια του Τζούλιο Σαβορνιάν. Με το κυκλικό πολεοδομικό σχέδιο παρείχε μεγάλη ευκολία επικοινωνίας και ταυτόχρονα οι ακτινωτές λεωφόροι οδηγούσαν με φυσικό τρόπο στην κεντρική πλατεία. Έτσι, η πόλη είχε πια τη δυνατότητα να υπερασπίζεται τα εδάφη της και οι κάτοικοί της να μπορούν να ζουν σε ένα φιλικό και όμορφο περιβάλλον.73

 

 Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ  ΤΗΝ  ΕΠΟΧΗ  ΤΗΣ  ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ 

Στο χώρο της γλυπτικής, η ιταλική Αναγέννηση έκανε ένα μεγάλο βήμα μπροστά, λαξεύοντας αγάλματα που δεν αποτελούσαν πια τμήματα κιόνων ή εισόδων εκκλησιών ή ομοιώματα πάνω σε τάφους. Αντίθετα, οι Ιταλοί γλύπτες για πρώτη φορά μετά την αρχαιότητα, λάξευσαν αγάλματα που ήταν ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο δομικό κατασκεύασμα σε όλες τις πλευρές. Απελευθέρωσαν έτσι τη γλυπτική από τα δεσμά της αρχιτεκτονικής και την καθιέρωσαν ως τέχνη ιδιαίτερη και συχνά, αφιερωμένη σε εγκόσμιους σκοπούς.

Οι γλύπτες την εποχή της Αναγέννησης, βρίσκονταν σε πλεονεκτικότερη θέση από τους ζωγράφους, γιατί είχαν στον περίγυρό τους τα απομεινάρια της ελληνορωμαϊκής γλυπτικής, από τα οποία μπορούσαν να αντλήσουν τα στοιχεία που τους χρειάζονταν, και που τους βοήθησαν να απομακρυνθούν τα γοτθικά χαρακτηριστικά. Ένας από τους σημαντικότερους γλύπτες της εποχής αυτής είναι ο Ντονατέλλο (Donatello, 1386 – 1466),74  ο οποίος χωρίς να αποβλέπει στη μίμηση των κλασικών έργων επιχείρησε την ελεύθερη αναφορά στη γλυπτική της κλασικής αρχαιότητας. Ο Ντονατέλλο είχε δεχθεί επιρροές από τον Μπρουνελλέσκι, με αποτέλεσμα να ασχοληθεί με την προοπτική, την αρχιτεκτονική και τις γύψινες διακοσμήσεις. Θεωρείται ότι ήταν ο πρώτος που επανέφερε το αρχαίο είδος του χαμηλού αναγλύφου και το καλλιέργησε με τον καλύτερο τρόπο.75  Το γλυπτό του Δαβίδ, (εικ. 3) του θριαμβευτή πάνω στο πτώμα του Γολιάθ, το πρώτο γυμνό από την εποχή της αρχαιότητας που δεν στηριζόταν παρά μόνο στα πόδια του, καθιέρωσε ένα προηγούμενο  νατουραλισμού  και  θεοποίησης  του  γυμνού  που  για  πολλά  χρόνια έμελλε  να  ακολουθήσουν  οι  γλύπτες.76   Σημαντικός  επίσης  γλύπτης  είναι  και  ο Αντρέα Βερόκκιο (Andrea del Verrocchio,1435 – 1488),77  ο οποίος διακρίνεται για την απόδοση ψυχικών καταστάσεων στα περίτεχνά του γλυπτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Δαβίδ (εικ. 4), ένας νεαρός που στέκεται πάνω στο καταπονεμένο κεφάλι του Γολιάθ με μια έκφραση ψυχικής ικανοποίησης και σιγουριάς. Ο μεγαλύτερος όμως γλύπτης της Αναγέννησης είναι αναμφισβήτητα ο Μιχαήλ Άγγελος.78 Στο έργο του το ανθρώπινο σώμα, ιδίως το γυμνό, αποθεώνεται.79 Είναι η πρώτη  φορά  που  γίνεται  κάτι  τέτοιο  από  τα  χρόνια  της  αρχαιότητας.  Το  αδρό φτιάξιμο των μυώνων και η τέλεια διάρθρωση του κορμού και των μελών γύρω από ένα στιβαρό και πειστικό κεντρικό άξονα με την καλομελετημένη κίνηση, δίνει στα γλυπτά του μια μνημειακή και ηρωική αίσθηση, όπως επίσης και μια απαιτητική επανεμφάνιση του γυμνού στο προσκήνιο της τέχνης.80

 

 Η ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΤΗ Ν ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ  ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ 

Εικ. 5  Σάντρο Μποτιτσέλλι, Αλληγορία της Άνοιξης, 1477 - 1478, Πινακοθήκη Ουφφίτσι, Φλωρεντία

Ο αναγεννησιακός καλλιτέχνης απέβαλε τη θεοκρατική αντίληψη του Μεσαίωνα81  για  το  ωραίο  και  την  αντικατέστησε  με  την  έννοια  του  εμπειρικά ωραίου. Τώρα πια ο καλλιτέχνης προσπαθεί να χρησιμοποιήσει νέες μεθόδους στη ζωγραφική. Μια από αυτές είναι η προοπτική,82 δηλαδή η τρίτη διάσταση, την οποία ο καλλιτέχνης την πετυχαίνει με το να τοποθετεί το «σημείο φυγής» στο κέντρο του πίνακα, επάνω στη γραμμή του ορίζοντα, που αντιστοιχεί στο ύψος των ματιών του θεατή  και  προς  το  οποίο  συγκλίνουν  όλες  οι  παράλληλες  ευθείες.  Όπως  γίνεται φανερό οι ζωγράφοι είχαν και γνώσεις γεωμετρίας.83  Μάλιστα, προσπαθούσαν να ενσωματώσουν  στα  έργα  τους  εκτός  από  την  προοπτική,  τα  πορίσματα  της ανατομικής μελέτης του ανθρωπίνου σώματος και διάφορα στοιχεία από την παρατήρηση των φυσικών φαινομένων. Πολλές φορές για να συλλάβουν την ομορφιά οδηγήθηκαν στην εξιδανίκευση των μορφών.84 Η τεχνική της ζωγραφικής εξελίχτηκε μαζί με την επιστημονική αναζήτηση και εναρμονίστηκε μαζί με την ανακάλυψη των νόμων της φύσης και του σύμπαντος. Η ανάμειξη των χρωμάτων με λάδι έδωσε τη δυνατότητα στους καλλιτέχνες να μπορέσουν να επιμεληθούν περισσότερο τη λεπτομέρεια  επάνω  στη  ζωγραφική  επιφάνεια,  να  αυξήσουν  την  ένταση  των χρωμάτων και να αποδώσουν με μεγαλύτερη δύναμη το φως και την ατμόσφαιρα που διαχέονται επάνω στην επιφάνεια του έργου.85

Η Ιταλία είχε στενή σχέση με το Βυζάντιο και η επιρροή της βυζαντινής τέχνης στην πρώιμη ιταλική Αναγέννηση είναι αναμφισβήτητη. Αυτός που κατάφερε να απομακρυνθεί από τους περιορισμούς της βυζαντινής παράδοσης είναι ο Τζιότο86 στις  αρχές  του  14ου  αιώνα.  Τα  πιο  σημαντικά  του  έργα είναι  εικονοστάσια και νωπογραφίες (fresco), όπου οι μορφές του χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερη πλαστική απόδοση, έχουν δηλαδή όγκο και ζωντάνια, καθώς χειρονομούν και εκφράζουν τα συναισθήματά τους, ενώ οι συνθέσεις του, έστω και ελλειπτικά, δίνουν την αίσθηση της τρίτης διάστασης.87  Ο Μασάτζιο (Masaccio, 1401 – 1428)88  ήταν ο συνεχιστής του έργου του Τζιότο. Αν και πέθανε πολύ νεαρός, έδωσε καινούργια δύναμη και εκφραστικούς τρόπους στη ζωγραφική. Με τις κατακτήσεις του σημάδεψε την τέχνη για ολόκληρο τον 15ο αιώνα. Σε συνθέσεις του η έκφραση των συναισθημάτων μαζί με τη νατουραλιστική της φωτοσκίασης ανοίγουν νέους δρόμους στη ζωγραφική της Αναγέννησης.89  Ένας από τους πιο αξιόλογους ζωγράφους του 15ου αιώνα είναι ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα90 (Piero della Francesca, 1416 – 1492). Βάση της καλλιτεχνικής του δημιουργίας γίνονται οι αιώνιοι γεωμετρικοί νόμοι, ενώ το έργο του διακρίνεται για την τελειότητα των μορφών, τη χρωματική ευγένεια, την πλαστική91 ολοκλήρωση και την εκφραστική πυκνότητα. Τα βασικά χαρακτηριστικά της ζωγραφικής του καλλιτέχνη είναι η κατοχή της προοπτικής, η τάση για σαφήνεια, η θέληση για μνημειακότητα, ο συνδυασμός του χρωματικού και του πλαστικού, η έμφαση στο σωματικό και την ακινησία, καθώς και η τεκτονική οργάνωση και η αταραξία των μορφών. Ο 15ος αιώνας κλείνει με το Σάντρο Μποτιτσέλλι (Sandro Botticelli,  1455  –  1510),  στο  έργο  του  οποίου  αποτυπώνεται  από  τη  μια  το ενδιαφέρον για την κλασική αρχαιότητα και τη μυθολογία και από την άλλη η θρησκευτική ένταση της εποχής.92 Τα έργα του διακρίνονται για την χαρακτηριστική αίσθηση των αναλογιών τους, την μνημειακότητα, τον συνδυασμό ιδεαλιστικών και ρεαλιστικών στοιχείων, την ευγένεια και την απόδοση του εσωτερικού κόσμου των μορφών τους. Τα πιο γνωστά του έργα είναι η Αλληγορία της Άνοιξης (εικ. 5) και η Γέννηση της Αφροδίτης, (εικ. 6) που σύμφωνα με τη νεοπλατωνική φιλοσοφία της εποχής συμβολίζουν τον γήινο και τον ουράνιο έρωτα.93 

Εικ. 6  Σάντρο Μποτιτσέλλι, Γέννηση της Αφροδίτης, 1484, Πινακοθήκη Ουφφίτσι, Φλωρεντία

Η δεύτερη φάση της Αναγέννησης αναπτύσσεται στις αρχές του 16ου και είναι η πιο ξακουστή περίοδος της ιταλικής τέχνης και μια από τις μεγαλύτερες στην ιστορία της τέχνης.94 Η περίοδος αυτή καθορίζεται από δυο ρεύματα αναζητήσεων,95 το ένα επιδιώκει να φτάσει σε ένα σαφές και ορθολογιστικό όραμα της φύσεως και το άλλο στην πραγμάτωση του ιδανικού «κάλους». Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Μπραμάντε, ο Ραφαήλ96  και ο Μιχαήλ Άγγελος αποτελούν σταθμούς μέσα στην εξέλιξη αυτή. Κατά την περίοδο αυτή η ζωγραφική θεωρούνταν η πιο σημαντική τέχνη. Οι πάπες της περιόδου αυτής – Αλέξανδρος ΣΤ', Ιούλιος Β', Λέων Ι'– ενθάρρυναν τους καλλιτέχνες που έβλεπαν τη θρησκευτική τέχνη μέσα από το πρίσμα των ανθρωπιστικών ιδεών και αντιλήψεων. Η τέχνη είχε πάρει πλέον τη μορφή πνευματικής προπαγάνδας. 

 

1 Ritchie 2005: 6.
2 Berstein – Milza 1997: 280-282.
3 Καπόγλου-Σουρβίνου 1999: 21-29.
4 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 77.
5 Krausse 2006: 6.
6 Ritchie 2005: 35.
7 Burke 1972: 36.
8 Μάρεϋ 1993: 206.
9 Berstein – Milza 1997: 313.
10 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 110. 
11 Χρήστου 1996: 12.
12 Burns 2006: 109-116.
13 Gombrich 1994: 223, Χρήστου 1996: 34-36.
14 Krausse 2006: 6-7.
15 Λαμπράκη – Πλάκα 2003: 96 – 98.
16 Berstein – Milza 1997: 253.
17 Burns 2006: 97.
18 Ritchie 2005: 6.
19 Mango 2006: 372-379.
20 Τσιρπανλής 2004: 28-30.
21 Burns 2006: 91. 
22 Berstein – Milza 1997: 317-321.
23 Χρήστου 1996: 15-17.
24 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 15-16.
25 http://www.infoplease.com/encyclopedia/people/vasari-giorgio.html
26 Χρήστου 1996: 13.
27 Βαζάρι 2010: 189.
28 Λυδάκης 1995: 9-16.
29 Burns 2006: 97.
30 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 16.
31 Χρήστου 1996: 34-39.
32 Wölfflin 1997: 9.
33 Krausse 2006: 8-9. 
34 Gombrich 1994: 287-288.
35 Ritchie 2005: 6.
36 Χρήστου 1996: 13.
37 Ostrogorsky 2006: 48.
38 Kenney – Clausen 2010: 613-623.
39 Kenney – Clausen 2010: 864-881.
40 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 66.
41 Ritchie 2005: 14, Krausse 2006: 10-11.
42 Berstein - Milza 1997: 314-317.
43 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 66-67.
44 Burke 1990: 2. 

45 Ritchie 2005: 15.

45 Ritchie 2005: 15.
46 Berstein - Milza 1997: 317-321.
47 Burns 2006: 99.
48 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 67.
49 Ritchie 2005: 14.
50 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 68-69.
51 Krausse 2006: 10-11.
52 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 68.
53 Gombrich 1994: 214.
54 Burns 2006: 102. 
55 Wilson 1994: 17-19.
56 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 68.
57 Berstein - Milza 1997: 317-320.
58 Κανελλόπουλος 2010: 318-357.
59 Burns 2006: 104-105.
60 Ritchie 2005: 18.
61 Burns 2006: 124.
62 Λυδάκης 1995: 102-136.
63 Berstein - Milza 1997: 253.
64 Τσιρπανλής 2004: 391-397.
65 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 25.
66 Κανελλόπουλος 2010: 249.
67 Gombrich 1994: 223-229.
68 Krausse 2006: 9.
69 Κανελλόπουλος 2010: 257.
70 Burns 2006: 124.
71 Gombrich 1994: 289-291.
72 Λυδάκης 1995: 282-293.
73 Ritchie 2005: 147.
74 Burns 2006: 120
75 Λυδάκης 1995: 137-149.
76 Wölfflin 1997: 25-26.
77 Λυδάκης 1995: 201-208.
78 Burns 2006: 121.
79 Alazard 1965: Michelangelo sculptures I: 2-4.
80 http://greek-documentaries.blogspot.gr/2012/03/michelangelo-bbc.html
81 Krausse 2006: 8-9.
82 Λυδάκης 1995: 192-210.
83 Αλμπέρτι 1994: 140.
84 Ritchie 2005: 35. 
85 Burns 2006: 119.
86 Χρήστου 1996: 34-36.
87 Wölfflin 1997: 19-24.
88 Berstein - Milza 1997: 321-323.
89 Χρήστου 1996: 95-105.
90 http://www.scribd.com/doc/7046503/2
91 Λαμπράκη-Πλάκα 2003: 132-133.
92 Burns 2006: 112-113.
93 Gombrich 1994: 263-264.
94 Krausse 2006: 22-25.
95 Berstein - Milza 1997: 280-293.
96 http://www.artchive.com/artchive/R/raphael.html
 
 
Βιβλιογραφία (αφορά ολόκληρη τη μελέτη)
 
 

ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ 

  • Αλμπέρτι Λέον Μπατίστα, 1994: Περί Ζωγραφικής, μτφρ. Μαρ. Λαμπράκη- Πλάκα, Καστανιώτη, Αθήνα.
  • Βαζάρι   Τζ.,   2010:   Τρεις   καλλιτέχνες   της   Αναγέννησης,   μτφρ.   Γ.   Ι Μπαμπασάκης, Ερατώ, Αθήνα.
  • Berstein  S.  –  Milza  P.,  1997:  Ιστορία  της  Ευρώπης:  Από  τη  Ρωμαϊκή αυτοκρατορία στα ευρωπαϊκά κράτη 5ος -18ος αιώνας, μτφρ. Αν. Δημητρακόπουλος, Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
  • Burns  E.M.,  2006:  Ευρωπαϊκή  Ιστορία.  Ο  δυτικός  πολιτισμός:  Νεότεροι χρόνοι, μτφρ. Τ. Δαρβέρης, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη
  • Gilles  Neret,  2004:  Μιχαήλ  Άγγελος,  μτφρ.  Σωτ.  Παναγιώτης,  Taschen, Αθήνα.
  • Gombrich   E.H.,   1994:   Το   χρονικό   της   τέχνης,   μτφρ.   Λ.   Κάσδαγλη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα.
  • Grömling Al., 2005: Μιχαήλ Άγγελος Μπουοναρότι, Η ζωή και το έργο του, μτφρ. Χρ Μετζαλίρα., Ελευθερουδάκης, Αθήνα.
  •  Donati  G.,  2013:  Michelangelo,  National  Geographic,  Σελένα  Εκδοτική, Αθήνα.
  • Κανελλόπουλος Παν. 2010: Ιστορία του Ευρωπαϊκού πνεύματος, τόμος 4ος :από τον Μιχαήλ Άγγελο ως τον Μακιαβέλλι, Βήμα.
  • Καπόγλου-Σουρβίνου  Εσπ.,  1999:  Ιταλική  Αναγέννηση  και  ανθρωπισμός, [Χ.Ε.], Αθήνα.
  • Kenney E. – Clausen W., 2010: Ιστορία της Λατινικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Θ. Πίκουλα – Α. Σιδέρη-Τόλια, Παπαδήμα, Αθήνα.
  • Κλάρκ Κ., 1978: Ιστορία του δυτικού πολιτισμού, μτφρ. Αγγ. Βερυκοκάκη – Αρτέμη, Νέα Σύνορα, Αθήνα.
  • Krausse  A.  C.,  2006:  Ιστορία της  ζωγραφικής,  από  την Αναγέννησης  έως σήμερα, μτφρ. Φ. Παππάς, Ελευθερουδάκης, Αθήνα.
  • Λαμπράκη – Πλάκα Μ., 2003: Ιταλική Αναγέννηση: Τέχνη και Κοινωνία – Τέχνη και Αρχαιότητα, Καστανιώτης, Αθήνα. 
  • Λυδάκης Στ., 1995: Giorgio Vasari. Καλλιτέχνες της Αναγέννησης, Κανάκης, Αθήνα.
  • Λυριτζής Ι., 2007: Φυσικές επιστήμες στην αρχαιολογία, Τυπωθήτω, Αθήνα.
  • Mango C., 2006: Ιστορία του Βυζαντίου, μτφρ. Ο. Καραγιώργου, Νεφέλη, Αθήνα.
  • Μάρεϋ Λ., 1993: Μιχαήλ Άγγελος, μτφρ. Αν. Παππάς, Υποδομή, Αθήνα.
  • Ostrogorsky   G.,   2006:   Ιστορία   του   Βυζαντινού   κράτους,   μτφρ.   Ιωάν. Παναγόπουλος,  Ιστορικές  εκδόσεις  Στέφανος  Δ.  Βασιλόπουλος,  τόμ.  Α΄, Αθήνα
  • Pfeiffer W. H., 2009: Καπέλα Σιξτίνα, νέα ερμηνευτική προσέγγιση μετά την αποκατάσταση των τοιχογραφιών, μτφρ. Π. Σιετή, Καπόν, Αθήνα.
  • Ritchie R., 2005: Ιστορικός άτλας της Αναγέννησης, μτφρ. Αθ. Κατσικερός, Σαββάλας, Αθήνα.
  • Sautel   N.,   2006:   Μιχαήλ   Άγγελος,   Βιογραφία,   μτφρ.   Ελ.   Τσερεζόλε, Κασταλιά, Αθήνα.
  • Τάιν Ιπ., 1930: Η φιλοσοφία της τέχνης, μτφρ. Αιμ. Χουρμούζιος, Γκοβόστης, Αθήνα.
  • Τσιρπανλής  Ζ.,  2004:  Η  Μεσαιωνική  δύση  (5ος   –  15ος   αιώνας),  Βάνιας, Θεσσαλονίκη.
  • Wilson N. G.,1994: Από το Βυζάντιο στην Αναγέννηση, ελληνικές σπουδές κατά την Ιταλική Αναγέννηση, μτφρ. Φ. Πρεβεδούρου-Γεωργινή, Λιβάνη, Αθήνα.
  • Wolfflin H., 1997: Κλασική τέχνη. Μια εισαγωγή στην Ιταλική Αναγέννηση,μτφρ. Στ. Λυδάκης, Κανάκης, Αθήνα.
  • Χιουζ Αν., 2001: Μιχαήλ Άγγελος, μτφρ. Ιω. Βετσοπούλου, Καστανιώτης, Αθήνα.
  • Χρήστου Χρ., 1996: Ιταλική ζωγραφική του XIV και του XV αιώνα, Μέλισσα, Αθήνα. 

ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ 

  • Alazard J., 1965: Michelangelo sculptures I, Methuen and Coltd, London.
  • Alazard J., 1965: Michelangelo sculptures II, Methuen and Coltd, London.
  • Burke P., 1972: Culture and Society in Renaissance Italy, Ch. Scribner’s Sons, New York.
  • Burke P., 1990: The Spread of Italian Humanism, Longman Group, United Kingdom.
  • Goldscheider L., 1964: Michelangelo paintings – sculptures – architecture, phaidon publishers inc, New York.
  • Hartt F. – Wilkins D., 2003: History of Italian Renaissance Art: Painting,
  • Sculpture, Architecture, Thames and Hudson World of Art, New York.
  • Wallace W. E., 1995, Life and Early Works, Garland, Washington University. 

ΙΣΤΟΤΟΠΟΙ

  • http://www.renaissance-spell.com/Michelangelo-Paintings.html
  • http://www.scribd.com/doc/7046503/2
  • http://www.scribd.com/doc/7046509/3
  • http://greek-documentaries.blogspot.gr/2012/03/michela+ngelo-bbc.html
  • http://www.artchive.com/artchive/R/raphael.html
  • http://www.infoplease.com/encyclopedia/people/vasari-giorgio.html
[Οι εικόνες προέρχονται από τη παραπάνω βιβλιογραφία]

 

Κολλιόπουλος Παναγιώτης

 

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>