Μουφτήδες, Ψευδομουφτήδες και Θρησκευτική Μειονότητα

2016-01-15 00:46

Η περιοχή της Θράκης αποτελεί έναν τόπο μεγάλου ιστορικού και κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η γεωγραφική της θέση στα σύνορα βαλκανικής Ευρώπης-Μικράς Ασίας και στην είσοδο του Ευξείνου Πόντου σε συνδυασμό με την έντονη δραστηριότητα που ανέπτυσσαν οι πληθυσμοί του ευρύτερου ελλαδικού χώρου είχαν ως αποτέλεσμα τη συμβίωση διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Αποτελούσε από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα τη γέφυρα για τους πληθυσμούς που μετακινούνταν από την Ανατολή στη Δύση. Ως εκ τούτου από τότε κιόλας αντιμετώπιζε το πρόβλημα της συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών στον πληθυσμό της.

Με την πάροδο των αιώνων ο εκχριστιανισμός μεγάλου μέρους του πληθυσμού και η έλευση του Ισλάμ [οι πρώτες μικρές μουσουλμανικές κοινότητες εμφανίζονται το 10ο αιώνα μ.Χ] ενίσχυσε τη θρησκευτική αντιπαλότητα, που επιτεινόταν λόγω της συνύπαρξης διαφορετικών εθνοτήτων. Οι συγκρούσεις και η ένταση στην περιοχή ήταν μια διαρκής πραγματικότητα. Τη δεκαετία 1913-1923 η σταδιακή προσάρτηση της Θράκης στο ελληνικό κράτος και ο διαχωρισμός της σε ανατολική και δυτική, σε συνδυασμό με την ήττα στον πόλεμο του ’22 και τη συνθήκη της Λωζάννης που οδήγησε στην ανταλλαγή πληθυσμών διαμόρφωσε εκ νέου την πραγματικότητα της περιοχής. Ως γνωστόν οι μουσουλμάνοι της δυτικής Θράκης εξαιρέθηκαν από την ανταλλαγή, ενώ μεγάλος αριθμός ανταλλαξίμων από την Τουρκία εγκαταστάθηκαν στη συνέχεια εκεί για να ενισχύσουν το ελληνικό στοιχείο.

Έτσι δημιουργήθηκε η λεγόμενη μειονότητα της δυτικής Θράκης, και μαζί της δημιουργήθηκε για την Ελλάδα ένα διαρκές εθνικό ζήτημα. Πιο συγκεκριμένα, η δυτική Θράκη πλέον ήταν η μοναδική περιοχή του ελληνικού κράτους που διέθετε μια αναγνωρισμένη διεθνώς μειονότητα, με κριτήριο διάκρισης το μουσουλμανικό θρήσκευμα. Ήταν σίγουρο ότι η ύπαρξή της θα δημιουργούσε πολλά ζητήματα στο μέλλον, για τον τρόπο που θα αντιμετωπιζόταν σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο.

Κατ’ αρχάς δύο λόγια για τη σύνθεση της μειονότητας. Αποτελείται από τρεις επιμέρους εθνοτικές ομάδες [εξ’ ου και δε χαρακτηρίστηκε εθνική]: Τους Τουρκογενείς, που κατάγονται από τουρκικά φύλα και αποτελούν περίπου το 50%, τους Αθίγγανους, για τους οποίους ως γνωστόν δεν υπάρχουν βέβαια ιστορικά στοιχεία όμως πιθανολογείται ότι προέρχονται από την Ινδία και αποτελούν το 15%, και τους Πομάκους, την εθνική ταυτότητα των οποίων διεκδικούν και οι τρεις χώρες της περιοχής [Ελλάδα, Τουρκία, Βουλγαρία] με επικρατέστερη εκδοχή αυτή της καταγωγής τους από ελληνικά βαρβαρικά φύλα της Θράκης [Αγριάνες] που στην πορεία εξισλαμίστηκαν. Η μειονότητα στο σύνολό της με βάση την απογραφή του 2011 αριθμεί περίπου 103.000 άτομα, 31% του συνολικού πληθυσμού της Θράκης. Η κατανομή τους, ωστόσο, δεν είναι ισομερής μεταξύ των τριών νομών. Στο μεν νομό Έβρου αποτελεί ποσοστό μικρότερο του 10%, στους δε νομούς Ροδόπης και Ξάνθης είναι πλέον περίπου 60% και 45% αντιστοίχως. Αντιλαμβάνεται κανείς από το μέγεθός της πόσο σημαντικό είναι για το ελληνικό κράτος να την ενσωματώσει και να την έχει υπό έλεγχο.

Δυστυχώς από το 1923 έως και το 1991 το ελληνικό κράτος αντιμετώπιζε τη μειονότητα εχθρικά, επιδιώκοντας να την απομονώσει κι όχι να την προσεγγίσει. Πολλές φορές μάλιστα επέλεξε να ενισχύσει εμμέσως τη θέση της Τουρκίας στην περιοχή, βοηθώντας τη να περιορίσει την επιρροή της τάσης των Παλαιομουσουλμάνων, που θεωρούνταν εχθροί της κεμαλικής ηγεσίας, κι ως εκ τούτου να επικρατήσει στη μειονότητα η τάση που ήθελε την Τουρκία να επεμβαίνει και να την έχει υπό την κηδεμονία της. Το ελληνικό κράτος επέμενε να βλέπει τους μειονοτικούς ως αλλοεθνείς και αντιμετώπιζε τα δικαιώματά τους εχθρικά. Αυτό άφησε πολύ χώρο στην Τουρκία να δραστηριοποιηθεί μέσω του τουρκικού προξενείου και σταδιακά οδήγησε τη μειονότητα να στραφεί σε αυτήν, για να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της, κυρίως στους τομείς της παιδείας και της θρησκευτικής λατρείας, αφού το ελληνικό κράτος αρνούνταν να τα αντιληφθεί. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να γίνουν αντιληπτές οι καταστροφικές συνέπειες που είχε η πολιτική αυτή για την περιοχή, με μεγάλο μέρος της μειονότητας να ελέγχεται από την Τουρκία και ως εκ τούτου να προκύπτει έντονος ο κίνδυνος να αποκτήσει η τελευταία επιρροή στην περιοχή.

Το 1991 θεωρείται η χρονιά αλλαγής της ελληνικής πολιτικής στο μειονοτικό ζήτημα. Πλέον ήταν φανερό πως οι μειονοτικοί, και κυρίως η κρίσιμη εθνότητα των Πομάκων, έπρεπε να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, και η τουρκική διείσδυση στην παιδεία και τη θρησκεία να αντιμετωπιστεί. Στην κατεύθυνση αυτή αναλήφθηκαν πρωτοβουλίες για τη δημιουργία μειονοτικών σχολείων και τόπων θρησκευτικής λατρείας και την παροχή δασκάλων, ιερέων και ιεροδιδασκάλων που θα ελέγχονταν από το ελληνικό κράτος κι όχι από την Τουρκία. Όσο η ελληνική πολιτεία αντιμετώπιζε τους Πομάκους εχθρικά αυτοί έτειναν να αυτοχαρακτηρίζονται ως Τούρκοι και η μειονότητα κατευθυνόταν ολοταχώς να χαρακτηριστεί εθνική. Η μόνη οδός για να αποφευχθεί αυτό ήταν η μέριμνα για τα εκπαιδευτικά και θρησκευτικά δικαιώματά τους από το ελληνικό κράτος, ώστε να ενισχυθεί το μουσουλμανικό στοιχείο και να τονιστεί ότι η μειονότητα παρέμενε θρησκευτική κι όχι εθνική. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η αλλαγή στην αντιμετώπιση του θεσμού των Μουφτήδων που έφερε η ΠΝΠ της 24/12/1990, όπως επικυρώθηκε από το Νόμο 1920/1991.

Κατ’ αρχάς δύο λόγια για το θεσμό αυτόν καθ’ εαυτόν. Ο Μουφτής είναι ιερατικός βαθμός του σουννιτικού κλάδου του Ισλάμ. Στα ισλαμικά καθεστώτα του Χαλιφάτου και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου ο βασικός νόμος ήταν η Σαρία, οι Μουφτήδες ήταν νομοδιδάσκαλοι που εντάσσονταν στη δικαστική εξουσία και ο ρόλος τους ήταν να ερμηνεύουν τον Ιερό Νόμο. Ο Μουφτής ερμήνευε το νόμο και γνωμοδοτούσε για την εκδικαζόμενη υπόθεση στον Καδή [ιεροδικαστή], ο οποίος ωστόσο δεν δεσμευόταν από την ερμηνεία. Ως εκ τούτου η ουσιαστική θέση του στην ιεραρχία του ισλαμικού δικαστικού συστήματος ήταν τρίτος τη τάξει, μετά τον αρχηγό του κράτους [Χαλίφη ή Σουλτάνο] και τον Καδή. Ο θεσμός γνώρισε πολλές διαβαθμίσεις, διατήρησε όμως πάντα το γνωμοδοτικό του ρόλο, ακόμα και σε εποχές που η ουσιαστική επιρροή του έφτασε να είναι μεγαλύτερη και από του Καδή, επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έχασε ωστόσο την ισχύ του μετά τη διαδοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Τουρκία του Κεμάλ, στην οποία το Ισλάμ απώλεσε την επιρροή του και έπαυσε να εμπλέκεται με τη δικαστική εξουσία. Ως εκ τούτου ο Μουφτής περιορίστηκε σε καθήκοντα καθαρά θρησκευτικά και διδακτικά.

Στην περιοχή της Θράκης η εξέλιξη του θεσμού υπήρξε  διαφορετική. Ήδη από την Τουρκοκρατία είχε οριστεί ότι η Σαρία και κατ’ επέκταση το ισλαμικό δικαστικό σύστημα θα εφαρμοζόταν μόνο για τους μουσουλμάνους κατοίκους. Μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο ελληνικό κράτος η υπαγωγή των μουσουλμάνων στη Σαρία κατοχυρώθηκε με σειρά διεθνών συνθηκών, με μια όμως σημαντική αλλαγή: Ο Μουφτής αναβαθμίστηκε και κατέστη δικαιοδοτικό κι όχι απλώς γνωμοδοτικό όργανο για μια σειρά ζητημάτων κυρίως αστικού δικαίου, ενώ για τα υπόλοιπα διατηρήθηκε ο γνωμοδοτικός του ρόλος στο πλαίσιο όμως του πολιτειακού δικαστικού συστήματος. Ο θεσμός του Καδή καταργήθηκε και ο Μουφτής κατέστη εκ των πραγμάτων ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης της περιφέρειάς του, ελλείψει ανωτέρων. Στο πλαίσιο αυτό για τους τρεις νομούς της Θράκης συστάθηκαν αντιστοίχως οι μουφτείες Ξάνθης, Κομοτηνής και Διδυμοτείχου. Πρόκειται για δημόσιες υπηρεσίες, στις οποίες ο αντίστοιχος Μουφτής είναι επικεφαλής και οι αρμοδιότητές τους είναι αντίστοιχες με τις δικές του, θρησκευτικές και δικαιοδοτικές. Ο εκτελεστικός των διεθνών συνθηκών Ν. 2345/1920 ήρθε να επικυρώσει τις αλλαγές αυτές και να θεσπίσει ένα προσωρινό καθεστώς για την ανάδειξη των Μουφτήδων.

Πριν το Ν.2345/1920 οι Μουφτήδες διορίζονταν και παύονταν με βασιλικό διάταγμα και η επιλογή του προσώπου γινόταν με τη συνεργασία της μουσουλμανικής κοινότητας και του αρμόδιου Υπουργού. Αυτή ήταν μια γενική ρύθμιση για όλους τους Έλληνες μουσουλμάνους. Γενική ρύθμιση αποτελούσε βέβαια και ο Ν. 2345/1920, που τέθηκε σε ισχύ χρόνια πριν την ανταλλαγή πληθυσμών που κατέστησε τη μειονότητα της Θράκης κρίσιμη, ωστόσο, παρά την αλλαγή αυτή ο τρόπος ανάδειξης του Μουφτή δε μεταβλήθηκε. Συγκεκριμένα με το Ν. 2345/1920 η ανάδειξη του Μουφτή ορίστηκε ότι θα γινόταν μέσω εκλογών, που θα προκηρύσσονταν από τον αρμόδιο Νομάρχη. Δικαίωμα ψήφου θα είχαν όλοι οι μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα πολίτες που ήταν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, ενώ προϋποθέσεις για να θέσει κανείς υποψηφιότητα θα ήταν η ελληνική ιθαγένεια, το μουσουλμανικό θρήσκευμα και η κατοχή διπλώματος θρησκευτικού σπουδαστηρίου ή σχολής. Ήδη διατελέσαντες Μουφτήδες θα είχαν δικαίωμα να θέσουν ξανά υποψηφιότητα.

Όπως προαναφέρθηκε, ωστόσο, η εχθρότητα με την οποία αντιμετώπισε το ελληνικό κράτος τη μουσουλμανική μειονότητα για τις επόμενες δεκαετίες είχε ως συνέπεια να μην εφαρμοστεί και ο εν λόγω νόμος. Η κρισιμότητα της επιλογής προσώπων που θα μπορούσαν να συνεργάζονται με τις ελληνικές αρχές και να διασφαλίζουν τα συμφέροντα της μειονότητας ως θρησκευτικοί της ηγέτες δεν έγινε αντιληπτή, η διαδικασία της εκλογής δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ και στην πράξη διατηρήθηκε ο προηγούμενος τρόπος του διορισμού Μουφτή από την κυβέρνηση, συνήθως μετά από υπόδειξη των μουσουλμάνων βουλευτών της περιοχής. Με το πέρασμα των χρόνων λόγω της ενίσχυση της δράσης του τουρκικού προξενείου στην περιοχή και της στροφής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε κατεύθυνση προσέγγισης με την Τουρκία το προξενείο απέκτησε εκ των πραγμάτων λόγο στην επιλογή των Μουφτήδων και έφτασε να υποδεικνύει αυτό τα πρόσωπα που θα αναλάμβαναν τις θέσεις μέσω συνεννοήσεων με την εκάστοτε κυβέρνηση. Έτσι οι τουρκικές αρχές μπορούσαν να αναδεικνύουν ως θρησκευτικούς ηγέτες της μειονότητας πρόσωπα προερχόμενα από τον χώρο των Κεμαλικών-φιλοτουρκικών μειονοτικών, παρακάμπτοντας τους Παλαιομουσουλμάνους που ήταν εναντίον της προσέγγισης της μειονότητας με την Τουρκία.

Πέρασαν πολλές δεκαετίες για να γίνει αντιληπτός ο κίνδυνος από την αυξανόμενη διείσδυση της Τουρκίας στην περιοχή. Αφορμή υπήρξε η πίεση φιλοτουρκικής μερίδας της μειονότητας για άμεση εκλογή Μουφτήδων από συγκεκριμένους-χειραφετημένους πιστούς. Στο πλαίσιο της αλλαγής πολιτικής απέναντι στη μειονότητα ο Ν. 1920/1991 άλλαξε τον τρόπο ανάδειξης των Μουφτήδων, αντικαθιστώντας τον ουδέποτε εφαρμοσθέντα Ν. 2345/1920. Με το νέο καθεστώς τη διαδικασία ανάδειξης ξεκινά ο αρμόδιος Νομάρχης [πλέον ο Περιφερειάρχης Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης μετά τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων που επέφερε ο Ν. 3852/2010], ο οποίος προεδρεύει και στην 11μελή επιτροπή που εξετάζει τις υποψηφιότητες. Η επιτροπή αποτελείται από «Έλληνες μουσουλμάνους θρησκευτικούς λειτουργούς και εξέχοντες Έλληνες μουσουλμάνους πολίτες της περιφέρειας», ενώ για την υποβολή υποψηφιότητας υπάρχουν πέντε προϋποθέσεις [ελληνική ιθαγένεια, μουσουλμανική πίστη, πτυχίο ανώτατης ισλαμικής σχολής ή κατοχή διπλώματος ή προϋπηρεσία Ιμάμη τουλάχιστον μιας δεκαετίας, ήθος και θεολογική κατάρτιση, ανυπαρξία των κωλυμάτων διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων]. Η επιτροπή εξετάζει όλες τις υποψηφιότητες και αποφαίνεται για τα προσόντα τους. Η έκθεση της επιτροπής υποβάλλεται στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα επιλογής υποψηφίου, λαμβάνει υπόψη τη γνώμη της επιτροπής για τον καθένα και δεσμεύεται εκ του νόμου να αξιολογήσει πρωτίστως τη θεολογική κατάρτιση, το ήθος και τη θρησκευτική δράση των υποψηφίων. Μετά την επιλογή προσώπου ο νέος Μουφτής διορίζεται με προεδρικό διάταγμα. Μετά την ανάδειξη η θέση μπορεί να κενωθεί πάλι με τέσσερις τρόπους: Θάνατος, παραίτηση, λήξη δεκαετούς θητείας και άρνηση ανανέωσής της από τον Υπουργό, παύση από τον Υπουργό με προεδρικό διάταγμα για έναν από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο νόμο λόγους.

Η αντικατάσταση της εκλογής από διορισμό εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια ενίσχυσης του θεσμού των Μουφτήδων, που έπρεπε να αναδειχθούν ως βασικοί εκπρόσωποι της μειονότητας απέναντι στο ελληνικό κράτος, με τη λογική πως όσο ο θρησκευτικός ηγέτης εκπροσωπεί τη μειονότητα τόσο ενισχύεται ο χαρακτήρας της ως θρησκευτική. Ο Ν. 1920/1991 έπρεπε να είναι το τέλος της εποχής απαξίωσης των Μουφτήδων. Φυσικά η Τουρκία δεν αντέδρασε θετικά στην πρωτοβουλία αυτή. Η απαξίωση των Μουφτήδων τη συνέφερε, το τουρκικό προξενείο είχε αποκτήσει επιρροή στην επιλογή των προσώπων ενώ με το νέο νόμο ο Μουφτής θα οριζόταν από τον εκάστοτε Υπουργό και προφανώς δε θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της. Για να αποτρέψει την πορεία αυτή των πραγμάτων η Τουρκία αρχικά απαίτησε την επαναφορά του Ν. 2345/1920. Το αίτημα  δεν έγινε αποδεκτό, αντιθέτως η Ελλάδα προχώρησε σε άμεση εφαρμογή του νόμου και οι τρεις πρώτοι Μουφτήδες του νέου νομικού καθεστώτος εξελέγησαν. Η Τουρκία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τους νόμιμους Μουφτήδες, τους οποίους έκτοτε αντιμετωπίζει ως συνεργάτες της Ελλάδας και προσπαθεί να τους απομονώσει στη μειονότητα και κινήθηκε πριν ακόμα η ΠΝΠ για ανάδειξη νέων με εκλογές-παρωδία που έγιναν μέσα σε τεμένη στη διάρκεια της προσευχής με ανάταση χειρός και ελάχιστη έως μηδενική συμμετοχή. Έτσι αναδείχτηκαν στην Ξάνθη και την Κομοτηνή οι λεγόμενοι ψευδομουφτήδες. Οι τελευταίοι φυσικά δεν είναι αναγνωρισμένοι από το ελληνικό κράτος, δεν έχουν ως εκ τούτου δικαιοδοτικές ή γνωμοδοτικές αρμοδιότητες, ούτε οργανική σχέση με το Δημόσιο, συνεχίζουν όμως να παρουσιάζονται ως θρησκευτικοί ηγέτες της μειονότητας, αρνούμενοι να αναγνωρίσουν τους νόμιμους Μουφτήδες, και χρησιμοποιούνται από την Τουρκία για την ενίσχυση της επιρροής της στην περιοχή.

Μετά τα γεγονότα αυτά στα πλαίσια του μειονοτικού ζητήματος προέκυψε ένα ειδικό και επιμέρους ζήτημα, το μουφτειακό, που αφορά τον ανταγωνισμό Μουφτήδων και ψευδομουφτήδων για τη θρησκευτική ηγεσία και εκπροσώπηση της μειονότητας. Οι μεν αναγνωρίζονται από το ελληνικό κράτος κι ως εκ τούτου μόνοι αυτοί εκπροσωπούν τη μειονότητα απέναντι σε αυτό, οι δε αναγνωρίζονται από την Τουρκία κι εκμεταλλεύονται την αποκήρυξη της τελευταίας στους νόμιμους Μουφτήδες για να διατείνονται ότι εκπροσωπούν τη μειονότητα στο εξωτερικό και να προωθούν τα συμφέροντα της Τουρκίας στο εσωτερικό.

Νομικό θεμέλιο της σύγκρουσης είναι η διαφωνία για τον τρόπο ανάδειξης των Μουφτήδων. Η Τουρκία επικαλείται το διεθνές δίκαιο και ζητάει η ανάδειξη να γίνεται μέσω εκλογής. Η μόνη συνθήκη που αναφέρεται στον τρόπο ανάδειξης είναι η Σύμβαση των Αθηνών του 1913, που όντως ορίζει ότι ο Μουφτής αναδεικνύεται μέσω εκλογών. Υπάρχουν όμως οι εξής αντιρρήσεις: Πρώτον η συγκεκριμένη σύμβαση ποτέ δεν εφαρμόστηκε στην πράξη, αφού δεν το επέτρεψε το διπλωματικό περιβάλλον [Β’ Βαλκανικός Πόλεμος, Α’ Παγκόσμιος κτλ]. Δεύτερον οι διεθνείς εξελίξεις που ακολούθησαν την υπογραφή της διαμόρφωσαν τέτοιες συνθήκες που κατέστη αδύνατη στην πράξη η εφαρμογή της, κυρίως λόγω της ανταλλαγής πληθυσμών και της μετατροπής της Τουρκίας σε κοσμικό κράτος. Τρίτον, η μεταγενέστερη πρακτική του διορισμού του Μουφτή για περισσότερα από 70 χρόνια χωρίς να εγείρεται αντίρρηση από την Τουρκία πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να θεωρηθεί διεθνές έθιμο που καταργεί την εκλογή ως τρόπο ανάδειξης. Τέταρτον, στα επόμενα χρόνια καμία από τις διεθνείς συνθήκες μεταξύ των δύο χωρών δεν περιέλαβε ρητή αναφορά του τρόπου ανάδειξης των Μουφτήδων, ενώ αντιθέτως πολλές άλλες διατάξεις τους έδειχναν τη σιωπηρή κατάργηση της Σύμβασης των Αθηνών ως προς τα εσωτερικά της μειονότητας ζητήματα. Νομικά επιχειρήματα μπορούν να αντληθούν και από τα εσωτερικά δίκαια των δύο χωρών. Οι Μουφτήδες στην Τουρκία διορίζονται, δεν εκλέγονται από τους πιστούς. Το ίδιο και οι θρησκευτικοί λειτουργοί της επικρατούσας στην ελληνική επικράτεια ορθόδοξης χριστιανικής πίστης. Γιατί οι Μουφτήδες λοιπόν να αναδεικνύονται διαφορετικά; Επιπλέον, οι Μουφτήδες πέραν από θρησκευτικοί ηγέτες είναι και διοικητικοί υπάλληλοι του ελληνικού κράτους, ενώ επιτελούν και δικαστικά καθήκοντα, παρόλο που δεν εντάσσονται στον στενό συνταγματικό ορισμό του δικαστή. Και οι δύο αυτές ιδιότητές τους είναι τελείως ασυμβίβαστες με την ανάδειξη μέσω εκλογής, ειδικά ως προς τις δικαστικές αρμοδιότητες, αφού το Σύνταγμα απαγορεύει ρητά το θεσμό του λαϊκού δικαστή.

Η αξίωση της Τουρκίας να επανέλθει το προηγούμενο καθεστώς, το οποίο άλλωστε ουδέποτε εφαρμόστηκε στην πράξη, δε μπορεί να βρει έρεισμα ούτε στο εσωτερικό ούτε στο διεθνές δίκαιο, αντιθέτως ερμηνεύεται ως καθαρή πράξη επέμβασης στα εσωτερικά της Ελλάδας. Είναι φανερό πως το όλο ζήτημα που προέκυψε στο πλαίσιο του μειονοτικού είναι καθαρά πολιτικό, και κατ’ επέκταση εθνικό. Συνεπώς, το ελληνικό κράτος οφείλει να δώσει μεγάλη προσοχή τόσο στην περιοχή της Θράκης όσο και στο μουφτειακό συγκεκριμένα, καθώς αν συνεχιστεί η αμφισβήτηση του θρησκευτικού χαρακτήρα της μειονότητας αφενός και των νομίμων Μουφτήδων-εκπροσώπων της αφετέρου σε βάθος χρόνου θα δημιουργηθούν σημαντικά προβλήματα στην περιοχή, που θα εκτείνονται από διαίρεση και εσωτερικές συγκρούσεις έως και αμφισβήτηση της εθνικής μας κυριαρχίας. 

(Πηγές: http://constitutionalism.gr/site/wpcontent/mgdata/pdf/mouftis.pdf

            http://palio.antibaro.gr/diplomacy/karaxalios_thraki.htm

            http://www.elesme.gr/elesmegr/toislamstinellada.pdf

            https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9D%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82_1920/1990

 

 

Γράφει ο Μιχελόγγονας Αντώνης, τεταρτοετής φοιτητής της Νομικής σχολής Αθηνών

 

 

 

 

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>