Μια προσέγγιση του όρου «Εκκλησία» εξ απόψεως Εκκλησιαστικού Δικαίου (Α’ ΜΕΡΟΣ)

2017-12-25 01:48
 
1.Εισαγωγικά στοιχεία
Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος κατά την εισήγηση του στην Ιεραρχία τον Οκτώβριο του 2016 διατύπωσε την άποψη ότι η αφετηρία της συζήτησης παντός εκκλησιαστικού προβληματισμού  είναι η εννοιολογική προσέγγιση του όρου Εκκλησία, καθώς και η προσέγγιση του σκοπού και της αποστολής της. Η Εκκλησία αποτελείται από δύο στοιχεία: ένα ακίνητο και αμετάβλητο, δηλαδή το δόγμα, και ένα μεταβαλλόμενο, την ποιμαντική πράξη1.
Το εννοιολογικό περιεχόμενο του όρου Εκκλησία, που είναι πολυδιάστατο, απαντά στον αρχαίο ελληνικό κόσμο και στο αρχαίο ελληνικό δημόσιο δίκαιο με τη σημασία της συνέλευσης του λαού2. Με τη διαμόρφωση και διάδοση του χριστιανισμού, όμως, ο όρος Εκκλησία άρχισε να αποκτά τη σημερινή του σημασία, που είναι το σύνολο ομοδόξων Χριστιανών3. Τα πρωτοχριστιανικά χρόνια η Εκκλησία ταυτιζόταν με τη συγκέντρωση των χριστιανών σε ένα ορισμένο μέρος, με απώτερο σκοπό τη σωτηρία της ψυχής τους4, πράξη που συμβόλιζε την υπόστασή τους ως προέκταση του σώματος του Χριστού (Christus prolongatus). Αξιοσημείωτο είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη πραγματοποιείται από τους Εβδομήκοντα αντιστοίχιση του όρου Εκκλησία με τον εβραϊκό όρο qahal5, χρησιμοποιείται δε 96 φορές, ενώ στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιείται 114 φορές. Η διαφοροποίηση που υπάρχει έγκειται στο ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο όρος Εκκλησία χρησιμοποιείται περιγράφει τη συνάθροιση των χριστιανών για οποιοδήποτε λόγο, όχι μόνο θρησκευτικό, ενώ στην Καινή Διαθήκη τη συγκέντρωση των χριστιανών ως του λαού του νέου Ισραήλ6.
Η Εκκλησία, περιέχει στο εννοιολογικό της δύο επιμέρους υποδιαιρέσεις, τη θριαμβεύουσα και τη στρατευόμενη Εκκλησία, τα αποβιώσαντα μέλη της δηλαδή και τα εν ζωή ευρισκόμενα. Το γεγονός αυτό έχει πρακτική σημασία στην εκκλησιαστική ποινή του μεγάλου αφορισμού ή αναθέματος, η οποία μπορεί να επιβληθεί ή να ανακληθεί, ακόμη και όταν το μέλος της Εκκλησίας, στο οποίο έχει επιβληθεί, δε βρίσκεται εν ζωή7.  
Παρά την αρχική της ενότητα, η Εκκλησία υπέστη εσωτερικές κρίσεις αρχικά, λόγω των πολυάριθμων αιρέσεων που εμφανίστηκαν. Ενδεικτικά, στη Δ’ Οικουμενική Σύνοδος που συνεκλήθη το έτος 451 μ.Χ. στη Χαλκηδόνα αντιμετωπίστηκε το ζήτημα του μονοφυσιτισμού8. Απειλή της ενότητα της Εκκλησίας αποτέλεσε το σχίσμα, που είναι ουσιαστικά η διασάλευση της ενότητας της Εκκλησίας, όπως εκφράζεται μέσα από μια ορισμένη εκκλησιαστική αρχή, με τη σύσταση ή την ένταξη σε μια ήδη οργανωμένη θρησκευτική κοινότητα9, καθώς και η παρασυναγωγή, η διοικητική απομάκρυνση δηλαδή από τον επιχώριο Επίσκοπο10.
2.ΚΧΕΕ και ν.4301/2014
Η χρήση ενός όρου που αποτελεί αντικείμενο και της εκκλησιολογίας σε ένα πολιτειακό νομοθέτημα παρέχει αφορμή για περαιτέρω διερεύνηση των λέξεων που είναι θρησκευτικά χρωματισμένες τουλάχιστον κατά τη χρήση τους στην καθημερινή πρακτική σε ένα κανονιστικό κείμενο της πολιτειακής δικαιοταξίας. Ως προς τον όρο Εκκλησία, ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφορά του στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (που είναι πολιτειακό νομοθέτημα), όπου η τελευταία αναφέρεται ως θείον καθίδρυμα με κεφαλή τον Ιησού Χριστό11. Η έννοια του θείου καθιδρύματος υπάρχει από τα πρωτοχριστιανικά χρόνια, ο τρόπος δε με τον οποίο πραγματωνόταν η αντίληψη σχετικά με το εννοιολογικό περιεχόμενό του προκαλούσε προβλήματα διοικήσεως στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ιδίως μετά το διαχωρισμό του χριστιανισμού από τον ιουδαϊσμό (στην αρχή ο χριστιανισμός θεωρούνταν αίρεση του ιουδαϊσμού, γεγονός που διαφαίνεται και από το ότι, όταν ο Απόστολος Παύλος βρέθηκε σε διένεξη με τους Ιουδαίους, ουδείς έκανε λόγο για νέα θρησκεία αλλά για «αίρεση των Ναζωραίων»12). Η άρνησή τους να λαμβάνουν όρκο, να στρατεύονται, να προσφέρουν θυσίες στους θεούς του αυτοκράτορα και να λαμβάνουν δημόσιες υπηρεσίες αποτελούν εύλογα παραδείγματα της στάσης των χριστιανών απορρέουσα από την αντίληψη της Εκκλησίας ως «θείου καθιδρύματος». Από αυτή την αντίληψη προέρχεται η πολιτική θεολογία της Εκκλησίας, όπως διαμορφώθηκε στη διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, σχετικά με τη θεία προέλευση της εξουσίας, η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια των διωγμών ερμηνευμένη από τους Ρωμαίους υπέρ της θείας προέλευσης της ρωμαϊκής εξουσίας13.
Άλλο παράδειγμα μεταφοράς του όρου Εκκλησία σε πολιτειακό νομοθέτημα είναι το άρθρο 1214 του ν. 4301/201415. Εκκλησία, λοιπόν, είναι η συνένωση τουλάχιστον τριών θρησκευτικών νομικών προσώπων της ίδιας θρησκείας (το εν λόγω νομοθέτημα εισάγει δύο νέες μορφές νομικής προσωπικότητας, το θρησκευτικό νομικό πρόσωπο και το εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο), η οποία έχει ως χαρακτηριστικό της επισκοπική, συνοδική ή άλλη κεντρική δομή, διαθέτει κανονισμό σύμφωνα με τις επιταγές του οποίου καθορίζεται και η λειτουργία της, και η διοίκησή της υλοποιείται με ατομικό ή συλλογικό τρόπο από όργανα που αναδεικνύονται διαμέσου εκλογής ή διορισμού. Η επωνυμία του νομικού προσώπου του άρθρου 12 ν.4301/2014 φέρει απαραιτήτως τη φράση «Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο», ενώ προβλέπεται για τις θρησκευτικές κοινότητες που στερούνται των ως άνω αναφερόμενων κριτηρίων, ή και νομικής προσωπικότητας, η δυνατότητα προσθήκης του όρου «Εκκλησία» στην επωνυμία τους, υπό την προϋπόθεση της μη αντιποίησης της επωνυμίας των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων. 
Η αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου αναφέρει ότι η χρήση του όρου Εκκλησία πραγματοποιείται υπό το στενή, νομική της προσέγγιση ως ένα σύνολο πιστών όλου του φάσματος του πληρώματός της (κληρικοί, λαϊκοί, μοναχοί), το οποίο σύνολο πιστών ακολουθεί το ίδιο δόγμα και συγκροτεί μία αυτοτελή θρησκευτική κοινότητα με ενιαία νομική οργάνωση16. Ο νόμος 4301/2014, λοιπόν, δεν έχει σκοπό να επιληφθεί εκκλησιολογικών ή δογματικών ζητημάτων17. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι η χρήση του όρου Εκκλησία δε στερείται θρησκευτικού χρωματισμού, εφόσον αναφέρεται σε θρησκευτικές κοινότητες, υπάρχει, ωστόσο, ένας διαχωρισμός της κανονικής προσέγγισής της, που δεν αφορά ένα πολιτειακό νομοθέτημα18, από την αμιγώς διοικητική της χροιά.
-----------------------------------------
1.βλ.ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ, Η πολιτεία γεννιέται από τους πολίτες της, ενώ η Εκκλησία γεννά τα μέλη της, Εισήγησις εις την Ιεραρχίαν της Εκκλησίας της Ελλάδος (4.10.2016), σ.5-9.
2.Βλ.Σ. ΤΡΩΙΑΝΟΣ-Γ. ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα – Κομοτηνή 2003,  σ.1-3: «Το πολυσήμαντο της έννοιας Εκκλησία αποτελεί για τους θεωρητικούς σοβαρό εμπόδιο στη διατύπωση ενός γενικά αποδεκτού ορισμού. Σύμφωνα με την ορθόδοξη δογματική διδασκαλία Εκκλησία ονομάζεται το ιερό καθίδρυμα  {…} αποτελείται δε από ανθρώπους με μία πίστη {…} ανάγει με αδιάκοπη διαδοχή την αρχή του στους Αποστόλους και μέσω αυτών στον Κύριο».
3.Βλ.Κ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 20172, σ.40, όπου αναφέρεται και η προϋπόθεση της «ενιαίας νομικής οργάνωσης» των θρησκευτικών κοινοτήτων των ομοδόξων χριστιανών.
4.Βλ.Α. ΧΡΙΣΤΟΦΙΛΟΠΟΥΛΟΣ, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Αθήνα 1965., σ.8-9.
5.Δύο βασικοί όροι συναντούνται στην Παλαιά Διαθήκη για την απόδοση των εβραϊκών συνάξεων: gahal, edhal, βλ.αναλυτικά FENTON JOHN ANTHONY HORT DD, The Christian Ecclesia. A course of lectures on the early history and early conceptions of the Ecclesia, New York 1898, σ.3επ.
6.Β. ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία Α’, Αθήνα 2002, σ.29 επ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η λέξη αυτή δε συναντάται στα Ευαγγέλια του Μάρκου του Λουκά και του Ιωάννη. Επίσης, ο όρος «χριστιανοί» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για τα μέλη της Εκκλησίας της Αντιόχειας.
7.ΤΡΩΙΑΝΟΣ-ΠΟΥΛΗΣ, Εκκλησιαστικό Δίκαιο, ο.π., σ.571.
8.Αφορμή για τη σύγκληση της συνόδου υπήρξε η διδασκαλία του αρχιμανδρίτη Ευτυχούς που ενώ είχε καταδικαστεί από την Ενδημούσα Σύνοδο του 448μ.Χ., ενδύθηκε κανονικότητας με τη σύνοδο της Εφέσου του 449μ.Χ. την επονομαζόμενη Ληστρική, που είχε ως κεντρικό παράγοντα πραγμάτωσής της τον αυτοκράτορα  της Ανατολής Θεοδόσιο Β’, βλ.ενδεικτικά Β. ΚΟΥΚΟΥΣΑΣ, Πτυχές της Βυζαντινής και Εκκλησιαστικής Ιστορίας, Θεσσαλονίκη 2014, σ.71επ.
9.Το σχίσμα διακρίνεται σε σχίσμα πίστεως και σχίσμα διοικήσεως. Στην πρώτη περίπτωση εντάσσεται θεωρητικά η διακοπή της κοινωνίας του 1054 μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και επαφίεται σε δογματικές αποκλίσεις όχι εκτεταμένου περιεχομένου και θεμελιώδους σημασίας, διότι έτσι θα πληρούνταν η τέλεση του αδικήματος της αίρεσης (ο Μ. Βασίλειος διατυπώνει τη διαφορά μεταξύ σχίσματος-παρασυναγωγής και αίρεσης στον πρώτο από τους 92 κανόνες του). Στη δεύτερη περίπτωση χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το σχίσμα της Εκκλησίας της Βουλγαρίας το 1870, όταν αυτοανακηρύχθηκε αυτοκέφαλη, χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που ήταν και το αρμόδιο όργανο για την παροχή αυτοκεφαλίας, βλ.και ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Εκκλησιαστικό, ο.π., σ.411-412.
10.Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΟΣ, Εκκλησία και Πολιτεία ανά τους αιώνες, Αθήνα  1939, σ.41-44.
11.Άρθρο 1§1 ν.590/1977 (ΦΕΚ Α’ 146): Η Εκκλησία της Ελλάδος, ούσα θείον καθίδρυμα έχουσα κεφαλήν τον Κύριον ημών Ιησού Χριστόν, είναι αναποσπάστως ηνωμένη δογματικώς μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, στοιχούσα τη διδασκαλία της Αγίας Γραφής και τηρούσα απαρασαλεύτως, ως και πάσαι αι λοιπαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, τα δόγματα, τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας και τας ιεράς παραδόσεις.
12.Πραξ.24,5: «εὑρόντες γὰρ τὸν ἄνδρα τοῦτον λοιμὸν καὶ κινοῦντα στάσιν πᾶσι τοῖς Ἰουδαίοις τοῖς κατὰ τὴν οἰκουμένην, πρωτοστάτην τε τῆς τῶν Ναζωραίων αἱρέσεως».
13.ΦΕΙΔΑΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, ο.π., σ.129επ. 
14.12πα1 ν.4301/2014: 1.Εκκλησία είναι η ένωση τουλάχιστον τριών θρησκευτικών νομικών προσώπων της αυτής θρησκείας, η οποία έχει επισκοπική ή συνοδική ή άλλη κεντρική δομή, λειτουργεί βάσει του κανονισμού της και διοικείται από εκλεγμένα ή διορισμένα, ατομικά ή συλλογικά όργανα. Για την απόκτηση νομικής προσωπικότητας και την εγγραφή της στο ειδικό βιβλίο, απαιτείται η κατάθεση κοινής αίτησης των θρησκευτικών νομικών προσώπων στο πρωτοδικείο της έδρας της Εκκλησίας, στην οποία επισυνάπτονται η συστατική πράξη, οι Ομολογίες πίστεως και των τριών θρησκευτικών προσώπων, τα ονόματα των μελών της διοίκησης, η οποία αποτελείται απαραίτητα και από θρησκευτικούς λειτουργούς των μελών της και ο κανονισμός της. Οι διατάξεις που ισχύουν για τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα εφαρμόζονται ανάλογα και για τις Εκκλησίες. Η επωνυμία της περιέχει οπωσδήποτε και την ένδειξη «Εκκλησιαστικό Νομικό Πρόσωπο».
2. Θρησκευτικές κοινότητες που δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά της πρώτης παραγράφου, έστω και χωρίς νομική προσωπικότητα, μπορούν να χρησιμοποιούν τον όρο «Εκκλησία» στην επωνυμία τους, εφόσον όμως δεν αντιποιούνται την επωνυμία των εκκλησιαστικών νομικών προσώπων.
15.«Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων», (ΦΕΚ Α' 223). 
16.Βλ.σ.16-17 της αιτιολογικής έκθεσης.
17.Βλ.αιτιολογική έκθεση
18.Για παράδειγμα στο από 7.2.2012 έγγραφο του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Θεσσαλονίκης με θέμα «Κατάλογος γνωστών θρησκειών και δογμάτων», οι 77 ετερόδοξες θρησκευτικές κοινότητες που καταγράφονται χρησιμοποιούν σχεδόν στο σύνολό τους τον όρο Εκκλησία στην επωνυμία τους. Ένα πολιτειακό νομοθέτημα δεν μπορεί να ασχοληθεί με το ζήτημα του αυτοπροσδιορισμού μιας θρησκευτικής κοινότητας ως Εκκλησίας.
 
 

Νέα

Σχόλιο επί των ΠολΠρωτΘεσ...
ΑΠ 831/2013, Γ΄ Πολιτικό...
Το περιουσιακό καθεστώς των...
ΜΕΦ Αθηνών 1519/2017 (14ο):...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος:...
Η θρησκευτική ελευθερία στην...
ΜΠΑ 2156/2015: Απόρριψη...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>