Κληρικοί στη Βουλή: Προβληματισμοί πάνω στο δικαίωμα του εκλέγεσθαι των εκκλησιαστικών υπαλλήλων.

2015-12-04 08:41

 Ο ανώτατος και θεμελιώδης νόμος του ελληνικού κράτους, το Σύνταγμα, έσπευσε μόλις στο τρίτο άρθρο του να ρυθμίσει τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας της Ελλάδος. Το άρθρο 3 του Συντάγματος θεσπίζει κι ως εκ τούτου προστατεύει το αυτοδιοίκητο και το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας κάνοντας ταυτόχρονα ρητή παραπομπή στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και ορίζοντάς τον ως εκτελεστικό του Συντάγματος νόμο. Η σημασία του γεγονότος αυτού έγκειται στο ότι ο νομοθέτης υποχρεούται σε κάθε περίπτωση να ψηφίσει και να θέσει σε ισχύ καταστατικό χάρτη για τη δομή και λειτουργία της Εκκλησίας της Ελλάδος χωρίς να έχει την δυνατότητα να καταργήσει τον εν λόγω Καταστατικό Χάρτη αφήνοντας αρρύθμιστο το πεδίο αυτό. Από πολύ νωρίς διαφάνηκε ,συνεπώς, η επιθυμία του Συντακτικού Νομοθέτη να ορίσει τις σχέσεις εκκλησίας-κράτους προστατεύοντας μεν το αυτοδιοίκητο και το αυτοκέφαλο αυτής αναθέτοντας ωστόσο την υποχρέωση στον απλό νομοθέτη να ρυθμίσει τη μορφή και τον τρόπο λειτουργίας της.

         Συμμεριζόμενος ο Έλληνας νομοθέτης την εκ του Συντάγματος ρυθμιστική αυτή υποχρέωση του απέναντι στην Εκκλησία της Ελλάδος καθώς και την επίσης εκ του Συντάγματος ανακήρυξη της Χριστιανικής Ορθόδοξης Θρησκείας ως επίσημης κατά το ίδιο άρθρο, ψήφισε κι έθεσε σε ισχύ τον ν.590/1977 περί του καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Θεωρήθηκε σκόπιμο όπως προκύπτει από το άρθρο 1 παρ.4 του εν λόγω Χάρτου όλες οι μητροπόλεις, οι ενορίες και οι ενοριακοί ναοί καθώς και οι μονές που ανήκουν κατ'αρχήν στην Εκκλησία της Ελλάδος να αποτελούν Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Υπό τον χαρακτήρα λοιπόν του ΝΠΔΔ  η Εκκλησία αποκτά  νομική υπόσταση, γίνεται αντιληπτή στο σύνολο του ελληνικού δικα'ι'κου οικοδομήματος και ως εκ τούτου γίνεται φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Για τους κληρικούς, επομένως, αυτό σημαίνει κατ'αρχήν εκτός των άλλων ότι συνδέονται με την Εκκλησία με δεσμούς δημοσίου δικαίου. Πιο συγκεκριμένα, ένας κληρικός από άποψη δημοσίου δικαίου θεωρείται ως το φυσικό πρόσωπο εκείνο που πληροί μία εκκλησιαστική οργανική θέση, είναι δηλαδή δημόσιος εκκλησιαστικός υπάλληλος κι ως εκ τούτου ισχύουν και υπέρ αυτού, όπως και για το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων ορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις, καθώς και απαγορεύσεις με ορισμένες διαφοροποιήσεις, που πηγάζουν εκ της φύσεως της ιδιάζουσας εκκλησιαστικής οργανικής τους θέσης. Στο ίδιο πνεύμα με τη θεώρηση αυτή συμπλέει και ο κανονισμός Κ.5/1978, ο κώδικας εκκλησιαστικών υπαλλήλων, ο οποίος ψηφισμένος από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, ρυθμίζει ειδικώς το καθεστώς των εκκλησιαστικών υπαλλήλων. Σύμφωνα με τον κώδικα, λοιπόν, όλοι οι κληρικοί που ασκούν τα καθήκοντά τους σε οποιαδήποτε μονή, ιερό ναό, ενορία ή μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδος είναι δημόσιοι υπάλληλοι, όπως ορίζεται από το άρθρο 1 παρ.2 του κανονισμού, φέροντας επομένως τους κληρικούς στην ίδια θέση με τους λοιπούς δημοσίους υπαλλήλους του Κράτους. Συνεπώς, και για τους κληρικούς ισχύει το κώλυμα του εκλέγεσθαι στη θέση του Βουλευτή όπως ορίζεται στο άρθρο 56 του Συντάγματος. Άρα, βουλευτική και δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα δεν μπορούν να συνυπάρξουν στην ισχύουσα ελληνική έννομη τάξη. Ο μόνος τρόπος δηλαδή για έναν κληρικό να θέσει υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές είναι να παραιτηθεί από την εκκλησιαστική οργανική του θέση παύοντας να είναι δημόσιος υπάλληλος. Ταυτόχρονα ισχύει και η απαγόρευση να κατέλθει υποψήφιος ο κληρικός στην εκλογική περιφέρεια του τόπου όπου ήταν διορισμένος και ασκούσε τα καθήκοντά του ως θρησκευτικός λειτουργός αν δεν παραιτηθεί 18 μήνες πριν από το τέλος της τετραετούς βουλευτικής περιόδου. Ως τέλος της βουλευτικής περιόδου νοείται το χρονικό σημείο εκείνο κατά το σημείο διαλύεται η Βουλή και προκηρύσσονται εθνικές βουλευτικές εκλογές. Στη σημερινή, ωστόσο, πολιτική πραγματικότητα, όπου οι εκλογές είναι πρωτοφανώς συχνό φαινόμενο, σε σχέση με τα εντός του Συντάγματος οριζόμενα, με την τετραετή βουλευτική περίοδο που, ενώ στο Σύνταγμά μας θεωρείται το συνήθως συμβαίνον και την πρόωρη διάλυση της Βουλής την εξαίρεση, πλέον έχει καταντήσει να  ισχύει το αντίστροφο. Ανακύπτει ευλόγως το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να προσδιοριστεί ο επακριβής χρόνος των 18 μηνών πριν από το τέλος της βουλευτικής περιόδου, εφόσον ο χρόνος της λήξης αυτής είναι ολωσδιόλου αβέβαιος. Κατά πάγια νομολογία του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου που στο πλαίσιο των εκλογών λειτουργεί και ως εκλογοδικείο, η παραίτηση από την δημόσια οργανική θέση αρκεί να έχει συντελεστεί πριν από 18 μήνες από το τέλος της τετραετούς βουλευτικής περιόδου ανεξαρτήτως εάν πράγματι η βουλευτική περίοδος πράγματι διήρκεσε λιγότερο. Οπωσδήποτε, όμως, η παραίτηση θα πρέπει να έχει γίνει πριν από τις εκλογές. Η δικαιολογητική βάση του ασυμβίβαστου δημοσιοϋπαλληλικής και βουλευτικής ιδιότητας έγκειται στο γεγονός πως ο δημόσιος υπάλληλος γενικά ασκώντας δημόσια εξουσία ως φορέας οργανικής θέσης μπορεί με αρκετή ευκολία και ιδιαιτέρως με την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, όπου αυτή θεσπίζεται από το νόμο, να επηρεάσει τους διοικούμενους πολίτες που συναναστρέφονται με την Υπηρεσία του να ψηφίσουν τον ίδιο ή τον κομματικό συνδυασμό του οποίου ο ίδιος είναι υποψήφιος. Προς αποτροπή διοικητικής κομματικής προπαγάνδας, αλλά και ανήθικης προσβολής του δικαιώματος του πολίτη να διαμορφώνει τα πολιτικά του πιστεύω και να ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα ανεπηρέαστος και ελευθέρα τη βουλήσει και προς ενίσχυση της ουδετερότητας της Δημόσιας Υπηρεσίας που συμβαδίζει με την αντίληψη ότι ο δημόσιος υπάλληλος είναι υπάλληλος του Λαού και όχι του κόμματος ή των υποστηρικτών αυτού, η θέσπιση του ασυμβιβάστου του άρθρου 56 παρ 1 του Συντάγματος είναι απολύτως δικαιολογημένη και απαραίτητη. Αν, λοιπόν, ένα μέλος του κλήρου επιθυμεί να λάβει μέρος στις βουλευτικές εκλογές πρέπει οπωσδήποτε να παραιτηθεί κατερχόμενος μεν στην περιφέρεια όπου ασκούσε τα καθήκοντα του 18 μήνες πριν από τη λήξη της βουλευτικής περιόδου όπως ανωτέρω αναφέρεται, ειδάλλως σε διαφορετική περιφέρεια σε κάθε περίπτωση όμως πριν από τις εκλογές.

            Μία λύση με απότοκο εξεύρεσης χρυσής τομής για την συνύπαρξη τόσο της ιδιότητας του κληρικού όσο και το βουλευτή στο ίδιο πρόσωπο ενδεχομένως να αποτελούσε η αναθεώρηση του άρθρου 56 του Συντάγματος με την άρση του ασυμβιβάστου της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας αφενός και βουλευτικής αφετέρου, λύση ωστόσο που δεν βρίσκει αρκετά ερείσματα συνταγματικότητας. Ερμηνεύοντας διασταλτικά το άρθρο 110 παρ.1 του Συντάγματος η λύση αυτή, παρόλο που το άρθρο 56 του Συντάγματος δεν αναφέρεται ρητά στις απαγορευμένες προς αναθεώρηση διατάξεις, εντούτοις είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μορφή και λειτουργία του πολιτεύματος για το λόγο που προαναφέρθηκε ανωτέρω. Άρα, η λύση αυτή θα πρέπει να εγκαταλειφθεί.

       Μία άλλη λύση καθόλα συνταγματικά ανεκτή, ανοίγοντας το δρόμο για την άρση του κωλύματος συμμετοχής των κληρικών στη Βουλή χωρίς την απώλεια της ιδιότητάς τους, αρύεται την υπόστασή της στην αναθεώρηση της νομικής μορφής της Εκκλησίας. Το Σύνταγμα δεν επιφυλάσσει πουθενά ρητώς τον χαρακτηρισμό της Εκκλησίας ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου αφήνοντας την αρμοδιότητα αυτή στον κοινό νομοθέτη. Επομένως, με νόμο ο νομοθέτης μπορεί να μετατρέψει την νομική μορφή της Εκκλησίας από Δημοσίου σε νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου επιφυλάσσοντας ίσως ορισμένα προνόμια υπέρ της. Επειδή, λοιπόν, κανένα ΝΠΙΔ δεν είναι δυνατόν να απασχολεί δημόσιους υπαλλήλους, τυχόν τέτοια αναθεώρηση θα καταστούσε  το άρθρο 1 παρ 2 του Κ.5/1978 ως άνευ αντικειμένου. Έτσι, οι κληρικοί θα έχαναν την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου κι επομένως ουδέν κώλυμα θα υφίστατο ως προς την συνύπαρξη της ιδιότητας του κληρικού και της βουλευτικής. Βέβαια, ζητήματα πολιτικού κόστους είναι σαφώς πολύ δύσκολο να παραγνωριστούν και να υπερκεραστούν για την υιοθέτηση τέτοιας πολιτικής. Ωστόσο, νομικά είναι καθ'ολοκληρίαν ευκταία. Είναι, ωστόσο, σαφές ότι ο προβληματισμός αυτός ενυπάρχει ακόμα σε θεωρητικό επίπεδο, καθώς η παγιωμένη νομοθετική προϊστορία και οι μέχρι τώρα πολιτικές επιλογές δεν έχουν θίξει τη νομική μορφή της Εκκλησίας της Ελλάδος. Εξάλλου, για μια τέτοια αναθεώρηση ουδείς λόγος μέχρι στιγμής έχει ανακύψει.

 

(Βιβλιογραφία: Συνταγματικό Δίκαιο σελ.802 επ.-Κώστας Γ. Μαυριάς, Οργάνωση και Λειτουργία του Κράτους σελ.707 επ-Ανδρέας Γ. Δημητρόπουλος)

 

Γκαβόπουλος Γεώργιος

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>