Η μοναχική ιδιότητα γενικά

2015-12-07 02:28

  Το πλήρωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας γνωρίζει τρεις διακρίσεις: τους λαϊκούς, τους κληρικούς και τους μοναχούς, οι οποίοι χαρακτηρίστηκαν από τους κανόνες της συνόδου της Λαοδικείας ως ιδιαίτερη τάξη των μελών της Εκκλησίας. Οι ιερομόναχοι, οι μοναχοί δηλαδή που μετά την κουρά τους χειροτονούνται κληρικοί, δεν αποτελούν ξεχωριστό τμήμα του πληρώματος, αφού εντάσσονται στους μοναχούς με τη διαφορά ότι τυγχάνουν διαφορετικής αντιμετώπισης σε ορισμένα νομικά ζητήματα (πχ κληρονομική διαδοχή). Ο μοναχισμός γενικά δεν εμφανίστηκε στα πρωτοχριστιανικά χρόνια, αλλά γύρω στον 3ο αιώνα, ως αντίδραση στην εκκοσμίκευση της Εκκλησίας και στην παρεμβολή του κράτους στα ζητήματά της. Δέχτηκε πολυάριθμες επιδράσεις από τις αντιλήψεις που επικρατούσαν κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου και από την πολιτική των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, ενώ διακρίνεται σε δύο μορφές, τον αναχωρητισμό (ερημιτισμό δηλαδή) πατέρας του οποίου υπήρξε ο Αιγύπτιος μοναχός Αντώνιος και τον κοινοβιακό μοναχισμό ιδρυτής του οποίου υπήρξε ο επίσης Αιγύπτιος Παχώμιος (ο μοναχισμός πρωτοξεκίνησε στην Αίγυπτο και έχει ως σκοπό την ψυχική τελείωση, αν και μορφές ασκητικού βίου παρατηρήθηκαν και στην αρχαία Ελλάδα από ομάδες όπως οι πυθαγόρειοι). Είναι ευρύτερα γνωστοί οι Παχωμιανοί κανόνες, το ρυθμιστικό περιεχόμενο των οποίων έγκειται στη λεπτομερή οργάνωση του βίου εντός των κοινοβίων. Ο Μέγας Βασίλειος, επίσης, εξέδωσε κανονισμούς για τη διαρρύθμιση του κοινοβιακού μοναχισμού, γνωστούς ως Ασκητικαί Διατάξεις.

  Κατά την πρώτη περίοδο η είσοδος σε μια Μονή, όπως και η ίδρυση της τελευταίας, και η εγκατάλειψη των εγκοσμίων δε συνοδευόταν ούτε από κάποιο θρησκευτικό τύπο ούτε από ιδιαίτερες προϋποθέσεις. Τόσο η Εκκλησία, ωστόσο, όσο και η Πολιτεία δεν άργησαν να θέσουν την είσοδο στη Μονή σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, λόγω των κοινωνικών αναταραχών που προκλήθηκαν από τη μαζική εισδοχή στις μοναστηριακές κοινότητες δούλων και εγγάμων. Παραδείγματα κανονισμών περί του μοναχικού βίου αποτελούν οι Ιουστινιάνειες Νεαρές, το περιεχόμενο των οποίων εγκαθιδρύει την τριετή δοκιμασία πριν από την απόκτηση της μοναχικής ιδιότητας και την αυτοδίκαιη λύση του γάμου με την είσοδο στη Μονή (κατά το ισχύον οικογενειακό δίκαιο αυτό δεν ισχύει, απλώς δημιουργείται λόγος ισχυρού κλονισμού του γάμου. Αντίθετη ρύθμιση θα αντίκειτο στα δικαιώματα του εκτός της Μονής συζύγου.). Άλλη πηγή για την κανονιστική ρύθμιση του μοναχικού βίου εκκλησιαστική και όχι πολιτειακή όπως οι Νεαρές, είναι τα μοναστηριακά Τυπικά, οι εσωτερικοί κανονισμοί δηλαδή των Μονών κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου. Σήμερα πάντως την οργάνωση του μοναστηριακού βίου στην Εκκλησία της Ελλάδος έχει αναλάβει ο εσωτερικός κανονισμός της εκάστοτε Μονής, ο οποίος ψηφίζεται από το Ηγουμενοσυμβούλιο «συμφώνως προς τους Ιερούς Κανόνας, τας μοναχικάς παραδόσεις και τους νόμους του Κράτους» και αποκτά τυπική ισχύ με τη δημοσίευσή του στο περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ». Μάλιστα ελλείψει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως στον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη, δεν υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης ενός Γενικού Κανονισμού , οπότε για τις Μονές στις οποίες δεν έχει ψηφιστεί εσωτερικός κανονισμός ισχύει το Βασιλικό Διάταγμα του 1858.

  Η μοναχική ιδιότητα σήμερα αποκτάται δια θρησκευτικής τελετής, που καλείται κουρά (σταυροειδής απόκαρση της κόμης). Η μοναχική κουρά αποτελεί κανονική τελετή που σύμφωνα με τους κανόνες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου τελείται από κληρικό που κατέχει τουλάχιστον το βαθμό του πρεσβυτέρου (μπορεί να είναι και ο Ηγούμενος της Μονής). Οι προσπάθειες του Θεοδώρου Στουδίτη να λάβει μυστηριακό χαρακτήρα απέτυχαν, ενώ οι βασικές προϋποθέσεις που είναι απαραίτητο να πληροί κάποιος για να καρεί μοναχός (ή μοναχή) συνίστανται στην τριετή δοκιμασία, στην ηλικία και στη νόμιμη σύσταση της Μονής της Μετανοίας, της Μονής δηλαδή στην οποία πρόκειται να εγκαταβιώσει και από την οποία δεν μπορεί να μετατεθεί κατά τη διάρκεια της δοκιμαστικής περιόδου. Ούτε η ιθαγένεια ούτε η καταβολή ποσού στη Μονή αποτελούν προϋποθέσεις απόκτησης της μοναχικής ιδιότητας, μάλιστα δε η καταβολή ποσού με αντάλλαγμα τη μοναχική ιδιότητα συνιστά κανονικό αδίκημα.

  Η δοκιμαστική περίοδος δύναται να συντμηθεί σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τους ιερούς κανόνες, μέχρι και να εξαλειφθεί (οι κανόνες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου προβλέπουν εξάμηνη δοκιμασία ή απαλλαγή σε περιπτώσεις βαριάς  ασθενείας ή εξαιρετικής ευλάβειας, ωστόσο προβλέπουν για τον Ηγούμενο που θα καταστρατηγήσει αυτή τη δυνατότητα έκπτωση από το αξίωμα και για το μοναχό μετάθεση σε άλλη Μονή). Κατά το νόμο «Περί Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου και Διοικήσεως Μοναστηρίων» (το Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο έχει καταργηθεί. Τη θέση του έλαβε ο Οργανισμός Διοίκησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας, που επίσης καταργήθηκε και τη θέση του έλαβε η Εκκλησιαστική Κεντρική Υπηρεσία Οικονομικών, στη θέση του Γενικού Διευθυντή της οποίας υπήρξε ο Μακαριστός Μητροπολίτης Ελασσόνας Βασίλειος) η τριετία της δοκιμαστικής περιόδου μπορεί να συντμηθεί ή να απαλειφθεί με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη, αν ο μέλλων να γίνει μοναχός είναι απόφοιτος ή τελειόφοιτος Ορθόδοξης Θεολογικής σχολής ή εκκλησιαστικής σχολής. Πάντως, οι δόκιμοι δεν είναι δυνατόν να ξεπερνούν το 1/3 του αριθμού των μοναχών της Μονής. Ως προς την ηλικιακή προϋπόθεση, ο προσερχόμενος ως δόκιμος στη Μονή θα πρέπει να έχει συμπληρώσει το 17ο έτος της ηλικίας του. Αν είναι έγγαμος θα πρέπει να υπάρχει η συγκατάθεση του/της συζύγου. Η κουρά δεν μπορεί να τελεστεί πριν από τη συμπλήρωση του 21ου έτους  και χωρίς Επισκοπική άδεια, ενώ η αντικανονικότητά της (η τέλεσή της δηλαδή κατά παράβαση των προϋποθέσεων της, π.χ. ελλείψει Επισκοπικής άδειας) θεραπεύεται είτε με άσκηση εκκλησιαστικής οικονομίας είτε μακροπρόθεσμα με εμμονή στο μοναχικό βίο. Κατά τη μοναχική κουρά δίνεται η μοναχική επαγγελία που συνίσταται στην υπόσχεση εγκράτειας, υπακοής και ακτημοσύνης.

  Η απόδειξη της μοναχικής ιδιότητας πραγματοποιείται με βεβαίωση του οικείου Μητροπολίτη, η οποία ερείζεται σε δήλωση του Ηγουμενοσυμβουλίου ότι υπάρχει εγγραφή του μοναχού στο μοναχολόγιο της Μονής. Θεωρείται πλήρης απόδειξη, αλλά κατά τη νομολογία δε δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο, επιτρέπεται δηλαδή ανταπόδειξη με κάθε προβλεπόμενο εκ του νόμου μέσο. Αυτό συμβαίνει διότι η μοναχική ιδιότητα συνεπάγεται μια σειρά έννομων συνεπειών (π.χ. κληρονομική διαδοχή), συνεπώς η αμφισβήτηση της ιδιότητας αυτής είναι απαραίτητο να ελέγχεται από τα πολιτειακά όργανα και τα δικαστήρια.

  Τέλος, η μοναχική ιδιότητα είναι ανεξάλειπτη («ο εφάπαξ καρείς μοναχός θεωρείται εσαεί καρείς»). Το ανεξάλειπτο αυτό σύμφωνα με τη νομολογία «πρέπει πρωτίστως να νοηθεί υπό την πνευματική του και όχι υπό τη νομική του έννοια». Επαναφορά του μοναχού στη λαϊκή τάξη προβλεπόταν από το νόμο για τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια, αλλά μετέπειτα καταργήθηκε ως αντικανονική. Υποστηρίχθηκε, βέβαια, και η αντίθετη άποψη με αποδεικτική βάση τους ιερούς κανόνες και μάλιστα εφαρμόστηκε από τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια σε μια περίπτωση κατά την προηγούμενα δεκαετία, αλλά ο κανόνας είναι ότι δε δύναται να εκδοθεί διοικητική πράξη ή εκκλησιαστική καταδικαστική απόφαση με περιεχόμενο την επαναφορά μοναχού στη λαϊκή τάξη.

 

(Βιβλιογραφία: «Θεωρία και Πράξη του Εκκλησιαστικού Δικαίου 1» Παπαγεωργίου Κώστας, «Νομική Θεώρηση των Μοναστηριακών Τυπικών» Κονιδάρης Ιωάννης) 

 

(Αναδημοσίευση από τη στήλη μου "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΙΑ" στην εφημερίδα Έκδοση της Ελασσόνας, 2/12/2015)

 

                                                                                        Ελένη Παλιούρα   

 

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>