Η αρχή της ισότητας και η εφαρμογή της στις θρησκευτικές μειονότητες

2016-02-09 21:10

Το Σύνταγμα του 1975, όπως ισχύει σήμερα, προστατεύει και θεσπίζει ως βασικότατη συνταγματική αρχή στο άρθρο 4, την αρχή της ισότητας. Η αρχή της ισότητας αποτελεί θεμελιώδη αρχή που διατρέχει όχι μόνο το ίδιο το Σύνταγμα, αλλά ολόκληρο το φάσμα της ελληνικής και της ευρωπαϊκής έννομης τάξης. Πιο συγκεκριμένα, η αρχή της ισότητας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το δημοκρατικό πολίτευμα, καθώς συνιστά απαραίτητη και αναφαίρετη προϋπόθεση, χωρίς την οποία αίρεται το δομικό στοιχείο που προσφέρει η αρχή αυτή, τη νομική διαπίστωση δηλαδή ότι κάθε πολίτης, ανεξάρτητα από τις ικανότητες και τη φυσική του υπόσταση, είναι υποκείμενο τόσο δικαιωμάτων όσο και υποχρεώσεων χωρίς διάκριση και τυγχάνει κατ' αρχήν την ίδια μεταχείριση από το Κράτος και το Νόμο.

Το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση παρόλο που σήμερα θεωρείται δεδομένο, η παγίωσή του στο συνταγματικό οικοδόμημα πέρασε από ουκ ολίγους σκοπέλους στο ρου της Ιστορίας του ανθρώπινου πολιτισμού, καθώς αρκετά διαδεδομένο ήταν το αξίωμα της υπεροχής του μονάρχη απέναντι στο νόμο στη μακρά παράδοση των μοναρχικών πολιτευμάτων που με κάποιες ελάχιστες διαφοροποιήσεις κυριαρχούσαν επί χιλιετίες. Για την ακρίβεια, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η αναγνώριση της αρχής της ισότητας ισοδυναμεί με την ταυτόχρονη εξελικτική πορεία του πολιτεύματος από τη μοναρχία προς τη δημοκρατία, με ιστορικό κρεσέντο την γαλλική επανάσταση και την προοδευτική αποκρυστάλλωση του συνταγματισμού. Ισότητα και δημοκρατία είναι δύο έννοιες που βαίνουν παράλληλα και πλήρως εξαρτώμενες η μία από την άλλη. Αρχικά, με τον όρο “ισότητα” νοείται τόσο η τυπική ισότητα του νόμου απέναντι στους πολίτες, ότι δηλαδή ο νόμος αφορά όλους ανεξαιρέτως και δεν υπάρχουν διαφοροποιήσεις που σχετίζονται με ενδεχόμενο ανώτερο διακριτικό τίτλο, όσο και η ουσιαστική ισότητα ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο και αξιώνουν από την Πολιτεία οι όμοιες περιπτώσεις να αντιμετωπίζονται κατά τον ίδιο τρόπο. Εκ της δεύτερης αυτής έκφανσης της αρχής της ισότητας, γίνεται ευλόγως αντιληπτό ότι ουσιωδώς διαφορετικές περιπτώσεις και καταστάσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο, ειδάλλως ίση μεταχείριση ουσιωδώς διάφορων περιπτώσεων συνιστά ανισότητα κι επομένως μη ανεκτή από το Σύνταγμα. Εν ολίγοις, το Σύνταγμα υποχρεώνει το νομοθέτη να εκδίδει νόμους που ισχύουν για όλους ανεξαιρέτως, ενώ ταυτόχρονα θεσπίζει και την έννοια των εξαιρέσεων από την ίση μεταχείριση εφόσον πρόκειται για ρύθμιση η οποία χρήζει διαφορετικής αντιμετώπισης λόγω της φύσης της. Ισότητα δεν αποτελεί η αποκατάσταση φυσικής και κοινωνικής ισότητας. Κάτι τέτοιο είναι αδύνατο εξάλλου από την ίδια την ανθρώπινη φύση και αρκετά ουτοπικό. Η αρχή της ισότητας αποτελεί συνταγματική εγγύηση του κράτους προς τον πολίτη ότι, αν και διαφορετικός σωματικά, πνευματικά, σε βαθμό δεξιοτήτων, ικανοτήτων, και πεποιθήσεων θρησκευτικών, πολιτικών κ.α. από όλους τους άλλους, θα τύχει ίδιας αντιμετώπισης χωρίς καμία δυσμενή και αθέμιτη διάκριση προς το πρόσωπό του.

Ωστόσο, ίση μεταχείριση στο πλαίσιο της ισότητας νοείται πάντα στο πλαίσιο της αντιμετώπισης ομοειδών περιπτώσεων ή καταστάσεων. Ομοειδείς είναι οι περιπτώσεις των οποίων τα χαρακτηριστικά που τις δομούν δεν δικαιολογούν διαφορετική ρύθμιση από το νόμο σε σχέση με το νόμιμο αποτέλεσμα που θέλει να επιτύχει. Για παράδειγμα, ένας νόμος με αναπτυξιακή πολιτική σχετικά με την πληθυσμιακή ενίσχυση παραμεθόριων περιοχών που θεσπίζει επίδομα σε αυτούς που έχουν κατοικία σε παραμεθόριες περιοχές δεν προσβάλλει την αρχή της ισότητας, εφόσον διακρίνει ανάμεσα σε πολίτες που κατοικούν σε παραμεθόριες περιοχές και σε πολίτες που κατοικούν στην υπόλοιπη χώρα. Οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ομοειδείς σε σχέση με το σκοπό του νόμου που είναι η ενίσχυση των παραμεθορίων περιοχών, σκοπός νόμιμος που προκύπτει από την υποχρέωση του κράτους για τη διασφάλιση των εθνικών συνόρων και της εθνικής άμυνας, επομένως δικαιολογείται η απόκλιση από την ίση μεταχείριση. Συνεπώς, εύλογα προκύπτει η διαπίστωση ότι εάν η ratio ενός νόμου αφορά την επιτέλεση δημοσίου σκοπού εκ του Συντάγματος οριζόμενη, τότε δικαιολογείται η απόκλιση από την αρχή της ισότητας εφόσον εκ της φύσεως των κριτηρίων που θέτει ο νόμος είναι επιβεβλημένη η διαφορετική μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων, εφόσον, βεβαίως ο νομοθέτης σέβεται την αρχή της αναλογικότητας.

Κατόπιν αυτών, σκόπιμη καθίσταται η εξέταση της αντιμετώπισης του όρου της μειονότητας υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας, όπως εκείνη έχει ως άνω αναλυθεί. Γενικά με τον όρο μειονότητα νοείται μια ομάδα ατόμων που εμφανίζει κοινά στοιχεία που την χαρακτηρίζουν, προσδίδουν σε αυτή μία ταυτότητα που είναι ουσιωδώς διάφορη από την κοινωνία στην οποία ανήκουν και δραστηριοποιούνται. Συνήθως με τον όρο “μειονότητα” γίνεται λόγος για εθνική ομάδα διάφορη του Κράτους στο οποίο έχουν εγκατασταθεί, χωρίς αυτό να αποτελεί μοναδικό στοιχείο για το χαρακτηρισμό μιας ομάδας ατόμων ως μειονότητας, η οποία δημιουργήθηκε είτε λόγω πραγματικών καταστάσεων ( πχ. Το μεταναστευτικό ρεύμα που γίνεται ολοένα και περισσότερο αντιληπτό στις μέρες μας ) είτε λόγω νομικών καταστάσεων όπως έχουν διαμορφωθεί με την υπογραφή διεθνούς συνθήκης μεταξύ Κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μειονότητας που έχει δημιουργηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο είναι η μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης η οποία προβλέφθηκε στη Συνθήκη της Λωζάνης, σύμφωνα με την οποία δόθηκε το δικαίωμα στους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης να παραμείνουν στον τόπο κατοικίας τους και να μην φύγουν για την Τουρκία δυνάμει της ανταλλαγής πληθυσμών. Αντίστοιχο δικαίωμα δόθηκε και στους χριστιανούς ορθόδοξους που κατοικούσαν στην Κωνσταντινούπολη, ο αριθμός των οποίων με το πέρασμα των χρόνων μειώθηκε σημαντικά. Μειονότητα, λοιπόν, χαρακτηρίστηκε η ομάδα των μουσουλμάνων κατοίκων της Δυτικής Θράκης διότι μοιράζονται κοινά ήθη και έθιμα, θρησκευτικές πεποιθήσεις και τρόπο ζωής. Επομένως, είναι λογική και κατά κάποιον τρόπο επιβεβλημένη η απόκλιση από την ίση μεταχείριση της μουσουλμανικής μειονότητας της Δυτικής Θράκης σε σχέση με τους υπόλοιπους Έλληνες πολίτες, εφόσον οι διαφορετικές ρυθμίσεις του νόμου έχουν τη βάση τους στις ιδιαιτερότητες που εμφανίζει ο τρόπος ζωής και οι παραδόσεις της θρησκευτικής αυτής μειονότητας. Είναι δικαιολογημένη η ρύθμιση που προβλέπει το θεσμό του καδή που διατηρεί υπέρ αυτού την ιδιότητα οιονεί δικαστή, όπως προκύπτει από την μακρόχρονη μουσουλμανική παράδοση της μειονότητας αυτής. Τέτοιου είδους αποκλίσεις στην ουσία θεσπίζουν ένα ιδιόμορφο καθεστώς στη συγκεκριμένη περιοχή που δραστηριοποιείται η θρησκευτική αυτή μειονότητα, αποκλείοντας άλλους πολίτες έστω και μουσουλμάνους στο θρήσκευμα, εφόσον διαμένουν σε άλλο τμήμα της ελληνικής επικράτειας να υπαχθούν σε αυτού του είδους ρυθμίσεις. Κατόπιν αυτών, είναι σαφές πως νομοθετικές ρυθμίσεις τέτοιου είδους που αφορούν μια θρησκευτική μειονότητα έχουν περιορισμένη εφαρμογή σε σχέση όχι μόνο με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις αλλά και του τόπου. Οι αποκλίσεις αυτές είναι σύμφωνες με την αρχή της ισότητας εφόσον θεσπίζουν εξαιρετικό νομοθετικό πλαίσιο για την θρησκευτική μειονότητα της Δυτικής Θράκης, η οποία εμφανίζει ουσιωδώς διάφορα χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Βέβαια, άλλες ρυθμίσεις οι οποίες υιοθετούνται υπό το πρίσμα της διαφοροποίησης της θρησκευτικής μειονότητας, ενδεχομένως να μην είναι σύμφωνες με την αρχή της ισότητας, όταν το περιεχόμενου του νόμου δεν έχει καμία σχέση με τη διαφορετικότητα των χαρακτηριστικών που συνθέτουν μια θρησκευτική μειονότητα. Για παράδειγμα, η διαφορετική και προνομιακή πριμοδότηση των μαθητών που ανήκουν στη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης όσον αφορά τον θεσμό των πανελληνίων εξετάσεων φαίνεται να αποκλίνει ενδεχομένως αναιτιολόγητα από την αρχή της ισότητας δεδομένου ότι η προνομιακή μεταχείριση δεν έχει βάση σε κάποιο ουσιώδες γνώρισμα της μειονότητας αυτής που να δικαιολογεί αυτή τη μεταχείριση, ούτε κι εμφαίνεται ιδιαίτερος σκοπός από το περιεχόμενο του νόμου που να υποστηρίζει η ρύθμιση αυτή.

Ένα άλλο ζήτημα, άμεσα συνυφασμένο με την απόκλιση της ίσης μεταχειρίσεως της μουσουλμανικής μειονότητας, αυτή τη φορά της περιοχής των Αθηνών σε σχέση με τις υπόλοιπες θρησκευτικές μειονότητες που είναι εγκατεστημένες στην ίδια περιοχή, τέθηκε κατά την εκδίκαση αιτήσεως ακυρώσεως κατά της ανέγερσης του μουσουλμανικού τεμένους στη περιοχή του Βοτανικού. Το ΣτΕ, το οποίο κλήθηκε να αποφασίσει σχετικά με την τύχη του μουσουλμανικού τεμένους κατόπιν αιτήσεως ακυρώσεως, ήρθε αντιμέτωπο ,εκτός των άλλων, με το επιχείρημα σχετικό με την ενδεχόμενη παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος των άλλων θρησκευτικών μειονοτήτων όσον αφορά την ανέγερση και άδεια λειτουργίας θρησκευτικού χώρου λατρείας. Στην περίπτωση της ανέγερσης μουσουλμανικού τεμένους αντιτάθηκε το επιχείρημα ότι παρακάμφθηκε η διοικητική διαδικασία που απαιτείται σε αντίστοιχες ομοειδείς περιπτώσεις άλλων θρησκευτικών ομάδων, καθώς η ανέγερση του τεμένους αποφασίστηκε με νόμο γεγονός που συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας σε βάρος των άλλων θρησκευτικών ομάδων. Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπ' αριθμόν  ΣτΕ 2399/2014 έλυσε το ζήτημα αυτό υιοθετώντας τη συλλογιστική ότι η μουσουλμανική θρησκευτική μειονότητα της Αθήνας σαφώς αριθμεί συγκριτικά μεγαλύτερο αριθμό μελών σε σχέση με τις άλλες θρησκείες αφενός και αφετέρου οι συνθήκες στις οποίες τελούσαν της θρησκευτικές τους τελετές οι μουσουλμάνοι κάτοικοι των Αθηνών όχι μόνο δεν πληρούσαν τις απαραίτητες προδιαγραφές λειτουργίας θρησκευτικών χώρων αλλά τα υπόγεια στα σπίτια της Αθήνας ήταν ακόμη κι επικίνδυνα για τη διεξαγωγή των θρησκευτικών τους τελετών. Το κράτος από την άλλη οφείλει όχι μόνο να σέβεται αλλά και να προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία και συνεπώς οφείλει να λαμβάνει πρόνοια και για την τέλεση της θρησκευτικής λατρείας. Έτσι, η ψήφιση νόμου για την ανέγερση και λειτουργία μουσουλμανικού τεμένους από άποψη συνταγματικού δικαίου είναι ανεκτή, εφόσον η διαφορετική μεταχείριση της μουσουλμανικής μειονότητας σε σχέση με το χώρο λατρείας τους δικαιολογείται από την ως άνω υφιστάμενη κατάσταση.

Εν κατακλείδι, το θεμελιώδες δικαίωμα της ίσης μεταχείρισης δεν ακολουθείται τυφλά σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά υπόκειται και αυτό, όπως και όλα τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα σε περιορισμούς που δικαιολογούνται από το σεβασμό τόσο στην αρχή της νομιμότητας, όσο και στην αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων των άλλων και των χρηστών ηθών σε συνδυασμό με το σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας. Το δικαίωμα στην ίση μεταχείριση ερμηνευόμενο βάσει των ως άνω αναφερομένων αρχών συνιστά τον κύριο κορμό της αρχής της ισότητας. Σύμφωνα με την αρχή της ισότητας, τα όμοια αντιμετωπίζονται όμοια και τα ανόμοια διαφορετικά. Οι μειονότητες, λοιπόν, αν μη τι άλλο επιβάλλουν κατ' αρχήν διαφορετική αντιμετώπιση, ως κατεξοχήν χαρακτηριζόμενες από το στοιχείο της διαφορετικότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι δικαιολογημένη η άναρχη και άνευ ουσιαστικών κριτηρίων απόκλιση από την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

 

Βιβλιογραφία

 

1. “Η θρησκευτική ελευθερία θεωρία και πράξη στην ελληνική κοινωνία και έννομη τάξη” - επιμ. Έκδοσης Κώστας Μπέης – Κέντρο Δικανικών Μελετών

2. “Ατομικά δικαιώματα”- Π. Δ. Δαγτόγλου

3. “ Συνταγματικά δικαιώματα” - Β' έκδοση- Δημητρόπουλος Ανδρέας

 

Άλλες πηγές

 

www.kathimerini.gr

www.amen.gr

www.wikipedia.gr

 

Γκαβόπουλος Γεώργιος

 

 

 

 

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>