Γ.Ο.Χ

2016-01-07 09:43

  Γ.Ο.Χ ή Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί αποκαλούνται κοινώς οι παλαιοημερολογίτες, το τμήμα αυτό των ορθοδόξων που ακολουθεί το ιουλιανό ημερολόγιο (ονομάστηκε έτσι επειδή τέθηκε σε ισχύ από τον Ιούλιο Καίσαρα το 45π.Χ., όταν διαπιστώθηκε η μεγάλη απόκλιση του προϊσχύοντος ημερολόγιου της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ). Οι ημερολογιακές μεταρρυθμίσεις δεν αποτέλεσαν σπάνιο φαινόμενο κατά την πάροδο των αιώνων, αφού μετά από παρατήρηση των αστρονομικών φαινομένων διαπιστώνονταν λάθη, τα οποία επιχειρούνταν να διορθωθούν (παράδειγμα είναι η μετάθεση των Χριστουγέννων από τον Χρυσόστομο).  Το 1582 ο Πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ διενήργησε τροποποιήσεις στο Ιουλιανό ημερολόγιο με την αιτιολογία ότι έσφαλε κατά 11 λεπτά το χρόνο. Μέσα στα επόμενα χρόνια κάποιες εκκλησίες ακολούθησαν το Γρηγοριανό ημερολόγιο, ενώ κάποιες άλλες αρνήθηκαν, το ζήτημα πάντως δεν έλαβε χαρακτήρα δογματικό, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις το νέο ημερολόγιο θεωρήθηκε πράξη προσηλυτισμού. Στην Ελλάδα το δίλημμα Ιουλιανό ή Γρηγοριανό Ημερολόγιο κατέφθασε για πρώτη φορά το 1902, όταν με Εγκύκλιό του ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄κάλεσε τις Ορθόδοξες Εκκλησίες προς διάλογο σχετικό με το ημερολογιακό θέμα (τα καθήκοντα του αρχιεπισκοπικού θρόνου της Εκκλησίας της Ελλάδος είχε αναλάβει τότε τοποτηρητής μετά την παραίτηση του Αρχιεπισκόπου). Οι διαδικασίες διεκόπησαν με το ξέσπασμα του Α΄Παγκόσμιου Πολέμου και συνεχίστηκαν το 1919 με τη σύσταση επιτροπής προς μελέτη του ζητήματος. Η επιτροπή κατέληξε στην ανάγκη υιοθέτησης του Γρηγοριανού ημερολογίου και έτσι το Ελληνικό κράτος με βασιλικό διάταγμα του 1923 προσχώρησε σε αυτό. Η εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε ότι για την υιοθέτηση ή μη του νέου ημερολογίου θα έπρεπε πρώτα να έρθει σε συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με το οποίο τελούσε και εξακολουθεί να τελεί σε κανονική κοινωνία. Τελικώς, μετά την ασύμφορη συνύπαρξη δύο διαφορετικών ημερολογιακών συστημάτων μέσα στην ελληνική επικράτεια, (επισημαίνεται ότι στο Άγιο Όρος, που αποτελεί ιδιαίτερο τμήμα της ελληνικής επικράτειας, ακολουθείται ακόμη το παλιό ημερολόγιο) ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος υπέβαλε αίτημα αλλαγής του ημερολογίου στην Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας. Το 1924, λοιπόν, η Εκκλησία της Ελλάδος υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο (μεταξύ παλαιού και νέου ημερολογίου υπάρχει διαφορά 13 ημερών στον προσδιορισμό των ακινήτων εορτών), γεγονός που κατακρίθηκε και χαρακτηρίστηκε πράξη υποκινούμενη από πολιτικά αίτια.

  Το 1926 συστήθηκε η πρώτη κοινότητα των παλαιοημερολογιτών από τους επικριτές της ανωτέρω απόφασης της εκκλησίας της Ελλάδος. Η σημασία της κίνησης αυτής απέκτησε ιδιαίτερη βαρύτητα το 1935 με την ένταξη στους παλαιοημερολογίτες 3 Επισκόπων, οι οποίοι ανακοίνωσαν στην Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος τη διακοπή των σχέσεων τους με αυτή, ενώ λίγο αργότερα προέβησαν σε χειροτονία 4 ακόμη Επισκόπων. Οι υποστηρικτές του παλαιού ημερολογίου αποσχίστηκαν διοικητικά και όχι δογματικά από την Εκκλησία της Ελλάδος συγκροτώντας μητροπόλεις, ενορίες, Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας, συνοδικές επιτροπές και εκκλησιαστικά δικαστήρια. Πρώτος Αρχιεπίσκοπός τους εξελέγη ο Χρυσόστομος Καβουρίδης ένας εκ των τριών προαναφερθέντων Επισκόπων. Οι παλαιοημερολογίτες με την πάροδο του χρόνου έλαβαν διαφωνούσα στάση σε πλήθος άλλων ενεργειών της εκκλησίας της Ελλάδος πέρα της μεταβολής του ημερολογίου (π.χ. για τη θέση της στο ΠΣΕ, δηλαδή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών), ενώ εσωτερικές διαφωνίες δεν άργησαν να τους διασπάσουν σε επιμέρους κοινότητες με ιδιαίτερη διοικητική οργάνωση.

  Αμέσως διαφάνηκε το πρόβλημα της νομικής θέσης των παλαιοημερολογιτών. Ελλείψει πράξεως της Εκκλησίας της Ελλάδος με την οποία να ανακηρύσσονται σχισματικοί ή αιρετικοί (ο Χριστόδουλος στη διατριβή του αναφέρει ότι «η Εκκλησία της Ελλάδος θεωρεί τους εν Ελλάδι παλαιοημερολογίτες ως παρασυναγώγους, αρνούμενη να χαρακτηρίσει τούτους ως αιρετικούς ή σχισματικούς, διακηρύττουσα αντιθέτως ότι ούτοι αποτελούσιν απλώς απείθαρχα αυτής τέκνα, εφ’ων, ως εικός, εξακολουθεί αυτή έχουσα κανονικήν δικαιοδοσίαν και αρμοδιότητα») και υπό το γεγονός της υφιστάμενης οργάνωσής τους οι Γ.Ο.Χ, όπως αυτοαποκαλέστηκαν, δημιούργησαν αντικρουόμενες απόψεις σε θεωρία και νομολογία ως προς την αντιμετώπισή τους. Λαμβάνοντας υπόψη το κείμενο του Συντάγματος αντιλαμβάνεται κανείς ότι η προστασία που παρέχεται καλύπτει την επικρατούσα θρησκεία και τις γνωστές θρησκείες, αυτές δηλαδή που έχουν φανερό δόγμα και δεν προϋποθέτουν μύηση. Ενδιάμεση κατάσταση δεν προβλέπεται (ως ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ επικρατούσας και γνωστών θρησκειών έχει χαρακτηρίσει την εκκλησία των παλαιοημερολογιτών το Συμβούλιο της Επικρατείας). Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου υπήρξε ένας αριθμός δικαστικών αποφάσεων που απέρριπταν την αναγνώριση σωματείων συνεστημένων από τους Γ.Ο.Χ (η οργάνωσή τους είθισται να είναι σωματειακής μορφής) με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε τέτοια γνωστή θρησκεία. Αρχικά, λοιπόν, θεωρήθηκε ότι δεν υπήρξε απόσπαση από την Εκκλησία της Ελλάδος και ότι οι Γ.Ο.Χ θα εξακολουθούσαν να υπάγονται στη δικαιοδοσία της.

  Αργότερα το σκηνικό μεταβλήθηκε. Στα πρακτικά του ισχύοντος Συντάγματος (Σύνταγμα του 1975 με τις μετέπειτα αναθεωρήσεις) βρίσκεται καταχωρημένη δήλωση του τότε υφυπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Καραπιπέρη, η οποία μνημονεύεται σε πλήθος δικαστικών αποφάσεων που ακολούθησαν (πχ ΣτΕ 493/1997). Η δήλωση αναφέρει τα εξής: «Παρέχω τη δήλωση και παρακαλώ να αναγραφεί εις τα πρακτικά ότι οι αυτοαποκαλούμενοι Γνήσιοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί (Παλαιοημερολογίτες) δύνανται να τελούν ακωλύτως τα λατρευτικά τους καθήκοντα». Σήμερα, οι παλαιοημερολογίτες απολαμβάνουν αντιμετώπιση ανάλογη με αυτή που παρέχεται σε κάθε γνωστή θρησκεία, με τη διαφορά ότι για την ανέγερση ναών και θρησκευτικών εντευκτηρίων απαιτείται μονάχα οικοδομική άδεια, καθώς ούτε είναι δυνατόν να εφαρμοστούν οι διατάξεις που διέπουν το συγκεκριμένο καθεστώς στην Εκκλησία της Ελλάδος, ούτε όμως χωράει αναλογική εφαρμογή της πολιτειακής πρόβλεψης για την ανέγερση λατρευτικών χώρων των ετεροδόξων και ετεροθρήσκων, καθώς οι τελευταίες περιέχουν περιορισμούς (οι περιορισμοί δικαιώματος δεν τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής, αλλά πρέπει να προβλέπονται ρητά σε τυπικό νόμο ή εξειδικευτικό αυτού ουσιαστικό νόμο). Ακόμη, οι γάμοι που τελούνται από ιερείς των Γ.Ο.Χ είναι έγκυροι και καταχωρούνται στο ληξιαρχείο, αρκεί να προσκομιστεί έγκυρο χειροτονητήριο του ιερέα (ο νέος νόμος του 2014 για τις θρησκευτικές κοινότητες διευκολύνει την κατάσταση προβλέποντας μητρώο θρησκευτικών λειτουργών που συμπληρώνεται με επιμέλεια κάθε θρησκευτικής κοινότητας). Πνευματική λύση του γάμου δεν προβλέπεται, αφού όπως ειπώθηκε δεν εφαρμόζεται στους παλαιοημερολογίτες η νομοθεσία που διέπει την Εκκλησία της Ελλάδος.

  Το ερώτημα όμως είναι το εξής: Προστατεύονται οι παλαιοημερολογίτες από τη Συνταγματική διάταξη για τη θρησκευτική ελευθερία δεδομένου ότι ούτε γνωστή θρησκεία αποτελούν ούτε φυσικά υπάγονται στην έννοια της επικρατούσας θρησκείας; Ασφαλώς και προστατεύονται. Οι Γ.Ο.Χ απαρτίζουν μια ιδιαίτερη θρησκευτική κοινότητα που έχει ανυψώσει «ζήτημα του υπολογισμού των ακινήτων εορτών σε θέμα θρησκευτικής συνειδήσεως» (ΠολΠρωτΑθηνών 2823/1999). Η εκκλησία τους είναι αυτοκέφαλη και αυτοδιοίκητη χωρίς καμία εξάρτηση από άλλη, από ένα Πατριαρχείο για παράδειγμα (Πολ.Πρωτ.Πειραιώς 464/2011). Τέλος, η εσωτερική τους οργάνωση διέπεται από τους ιερούς κανόνες και επικουρικώς από τα καταστατικά των σωματείων τους.

 

(Βιβλιογραφία: διατριβή Χριστόδουλου για το παλαιοημερολογίτικο ζήτημα, http://www.valsamon.com για ΣτΕ 493/1997, Πολ.Πρωτ.Αθηνών 2823/1999, Εφ.Πειραιώς 611/1998, Πολ.Πρωτ.Πειραιώς 464/2011, Εφ.Λαρίσης 517/2005, Εφ.Λαρίσης 327/2011))

{Πρώτη δημοσίευση: εφημερίδα ΕΚΔΟΣΗ της Ελασσόνας}

  

        

Παλιούρα Ελένη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>