Ερμηνεία των Διεθνών Συμβάσεων

2016-03-17 23:45

Στη νομική επιστήμη ερμηνεία των κανόνων δικαίου (εσωτερικών ή διεθνών) χωρεί σε περιπτώσεις που ανακύπτουν δυσκολίες κατά τον προσδιορισμό του περιεχομένου τους και κατ' επέκταση κατά την εφαρμογή τους. Η θεωρία έχει αναπτύξει ποικίλες μεθόδους ερμηνείας, αξιοποιώντας διάφορα κριτήρια ή μέσα, με σκοπό να “φωτισθεί” το πνεύμα του εκάστοτε κανόνος δικαίου.

Σε διεθνές επίπεδο είχαν υποστηριχθεί αρχικώς τρεις θεωρίες περί ερμηνείας, που αντιστοιχούσαν σε τρεις σχολές. Η πρώτη έδινε προβάδισμα στη γραμματική ερμηνεία, δηλαδή στην προσπάθεια προσέγγισης του γράμματος του κανόνα. Η δεύτερη αποσκοπούσε την αποκάλυψη της βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, ερχόμενη σε σαφή αντίθεση με τον πυρήνα της προηγούμενης. Η τελευταία θεωρία (τελολογική) ασχολούνταν κυρίως με τον προσδιορισμό του σκοπού των μερών και αυτόν χρησιμοποιούσαν ως γνώμονα για την ερμηνεία της εκάστοτε κρινόμενης συνθήκης.1

Πλέον, η Διεθνής Σύμβαση της Βιέννης του 1969 περί του δικαίου των Διεθνών Συμβάσεων περιέχει εργαλεία ερμηνείας στα άρθρα 31 έως 33. Ειδικότερα, το άρθρο 31 παράγραφος 1, το οποίο κατά το Διεθνές Δικαστήριο αποτελεί αποκρυστάλλωση ήδη προϋφιστάμενου εθίμου, εν τοις πράγμασιν συμπυκνώνει τις τρεις προηγούμενες θεωρήσεις (1. Η συνθήκη δέον να ερμηνεύηται καλή τη πίστει, συμφώνως προς την συνήθη έννοιαν ήτις δίδεται εις τους όρους της συνθήκης, εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της.). Ως προς την έννοια της καλής πίστεως γίνεται δεκτό ότι αυτή διέπει κάθε πτυχή των διεθνών σχέσεων, όμως η σημασία της μεγιστοποιείται στο χώρο των διεθνών συμβάσεων. Συνήθως διακρίνεται σε θετική και αρνητική καλή πίστη. Στη θετική της έκφραση, ουσιαστικά αποκρυσταλλώνει την αρχή pacta sunt servanda, δηλαδή την υποχρέωση (ακριβούς) τήρησης των συμπεφωνημένων. Στην αρνητική της δε έκφραση γίνεται κατανοητή ως ανάγκη αποτροπής τυχόν εξαπατήσεως ή δόλου στις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών σχέσεις. Η θεωρία υποστηρίζει ότι η σπουδαιότητα της έννοιας της καλής πίστεως διαφαίνεται και στο ότι διατρέχει όλα τα στάδια σύναψης της συμβάσεως (όπως έχουν ήδη παρουσιασθεί σχεδιαγραμματικά σε προηγούμενο άρθρο), ήδη δηλαδή από τις διαπραγματεύσεις έως και την τελική θέση σε εφαρμογή της συμβάσεως. Στη δεύτερη παράγραφο του αυτού άρθρου, απαριθμούνται στοιχεία που, κατά τους θεωρητικούς, μπορούν να χαρακτηριστούν ως τα “συμφραζόμενα” της Συμβάσεως, τα οποία επίσης εκτιμώνται και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ερμηνεία. Αυτά είναι, πέραν του κειμένου της συνθήκης (εννοοουμένου ως του συνόλου του προοιμίου και των τυχόν παραρτημάτων), κάθε περαιτέρω συμφωνία που συνομολογήθηκε με την ευκαιρία σύναψης της ερμηνευόμενης, καθώς και κάθε έγγραφο συντεταγμένο από ένα ή πλείονα μέρη αι εφόσον έγινε δεκτό από τα υπόλοιπα ως μέρος της συμβάσεως. Εξίσου δεσμευτική είναι και κάθε μεταγενέστερη συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, αφορώσα την ερμηνεία, όπως και ενδεχόμενη ύστερη πρακτική αυτών που ακολουθείται κατά την εφαρμογή της συνθήκης.2

Ομοίως, έχει κριθεί ότι το άρθρο 32 της ΣτΒ αποκρυσταλλώνει προϊσχύον εθιμικό δίκαιο.3 Το εν λόγω άρθρο περιέχει ένα κατάλογο με ενδεικτικώς απαριθμούμενα συμπληρωματικά μέσα ερμηνείας των διεθνών συμβάσεων. Όπως αναφέρονται στο σώμα της ΣτΒ, αυτά είναι οι προπαρασκευαστικές της συνθήκης πράξεις και τα περιστατικά που περιβάλλον τη σύναψη αυτής. Ωστόσο, η ίδια η διάταξη ορίζει υπό ποιους όρους προστρέχει ο εφαρμοστής του δικαίου σε αυτά τα μέσα. Συγκεκριμένα, σκοπός είναι με αυτά να ενισχυθεί η ερμηνεία που δόθηκε ήδη με τη χρήση των εργαλείων τους άρθρου 31 ή να προσδιορισθεί σε αυτό το στάδιο σαφώς έννοια για την οποία η ερμηνεία του άρθρου 31 είτε ήταν ελλιπής (αφήνοντάς την ασαφή) είτε οδήγησε σε άτοπα συμπεράσματα. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να τονισθεί ότι τα εν λόγω στοιχεία είναι δορυφορικά, ακολουθούν και σκοπούν στο να επιβοηθήσουν στην ερμηνεία που ήδη συντελείται με το προηγούμενο άρθρο. Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το περιεχόμενο της συμβάσεως.4

Τελευταίο άρθρο στο τμήμα της ΣτΒ περί ερμηνείας των διεθνών συνθηκών είναι το άρθρο 33, που ρυθμίζει την ερμηνεία συνθηκών διατυπωμένων σε περισσότερες της μιας γλώσσες. Κατά την πρώτη παράγραφο, αν μία συνθήκη κατέστη αυθεντική σε πλείονες γλώσσες, τα κείμενα αυτά είναι ισοδύναμα και εξίσου δεσμευτικά, εφόσον δεν έχει προβλεφθεί κάτι διαφορετικό εντός της συνθήκης. Ομοίως, για να είναι δεσμευτικό κείμενο αποτυπωμένο σε γλώσσα διαφορετική από τις αυθεντικές, θα πρέπει να έχει ορισθεί ειδικώς στο κείμενο της συμβάσεως (ΣτΒ 33 παράγραφος 2). Πάντοτε, βέβαια, οι όροι της συνθήκης έχουν το αυτό περιεχόμενο σε καθένα από τα περισσότερα αυθεντικά κείμενα (ΣτΒ 33 παράγραφος 3). Όσον αφορά στην Ελλάδα, σε επίπεδο ευρωπαϊκό, δε δημιουργείται κανένα απολύτως πρόβλημα, δεδομένου ότι η ελληνική, ήδη από την προσχώρηση της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρείται επίσημη γλώσσα αυτής. Ζήτημα ανακύπτει σε άλλες περιπτώσεις με συμβαλλόμενο μέρος τη χώρα μας. Σε πολλές, μάλιστα, (π.χ. Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982) έχουν σημειωθεί πολλά λάθη ή και ασάφειες. Το πρόβλημα αντιμετωπίζεται συχνά από τους εφαρμοστές του δικαίου με την παράβλεψη του ελληνικού κειμένου (το οποίο και θεωρούν απλή μετάφραση) και την προσφυγή στο αυθεντικό ξενόγλωσσο κείμενο για την επίλυση της εκάστοτε υπόθεσης. Άλλωστε, μάλλον θα ήταν επισφαλές να χρησιμοποιηθεί η ελληνική απόδοση ως γνώμονας για την επίλυση μιας διαφοράς.5

1p. 932, Malcolm Shaw, International Law

2Σελ. 124-126, Ρούκουνας Εμμανουήλ, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη

3Σελ. 322, Χατζηκωνσταντίνου Κ.- Αποστολίδης Χ.- Σαρηγιαννίδης Μ., Διεθνές Δημόσιο Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη

4Σελ. 128, Ρούκουνας Εμμανούλη, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, Νομική Βιβλιοθήκη

5Σελ. 129-130, Ρούκουνας Εμμανουήλ, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο

 

Πισιμίση Κυριακή-Αικατερίνη

 

 

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>