Εκλογή Μητροπολιτών

2015-12-01 11:02

 

 

Εκτός από τον Αρχιεπίσκοπο, περιφερειακό διοικητικό όργανο της αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος αποτελεί και ο Μητροπολίτης, ο οποίος είναι κληρικός που έχει λάβει τον τρίτο βαθμό της ιερωσύνης, τον Επισκοπικό δηλαδή, και διαθέτει διοικητική αυτοτέλεια στην εκκλησιαστική του επαρχία, γεγονός που αποκλείει τη συνύπαρξη δύο Επισκόπων (έτσι καλούνταν παλαιότερα οι Μητροπολίτες) στο έργο της διαποίμανσης της Μητροπόλεως. Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε τη μη συνύπαρξη δύο Επισκόπων με την ίδια δικαιοδοσία σε μια εκκλησιαστική περιφέρεια ασύμφορη με τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προσωπική ελευθερία, ωστόσο η πρακτική αυτή έχει έρεισμα στους ιερούς κανόνες και δικαιολογείται από την ανάγκη της βέλτιστης διοίκησης του εκκλησιαστικού οργανισμού.

  Η εκλογή Μητροπολιτών διαφέρει σε πολλά σημεία από την εκλογή Αρχιεπισκόπου. Αμέσως μετά τη χηρεία του Μητροπολιτικού θρόνου («άμα τη χηρεία» - άρθρο 23 του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη) πραγματοποιείται διορισμός Τοποτηρητή από τον Πρόεδρο της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (Αρχιεπίσκοπος Αθηνών), όπως υποδηλώνει η λέξη «αναθέτει» στο άρθρο 23, ο οποίος επιλέγεται από τους όμορους Μητροπολίτες μέσα σε διάστημα ενός μήνα σύμφωνα με το Συμβούλιο της Επικρατείας. Αξιοσημείωτο είναι ότι ως χηρεύουσα Μητρόπολη θεωρείται και η νεοσύστατη. Ο εκάστοτε Τοποτηρητής, λοιπόν, αναλαμβάνει μόνο την τρέχουσα υπηρεσία της Μητροπόλεως πλην εξαιρετικών περιπτώσεων όπου λαμβάνει άδεια της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου προκειμένου να αντιμετωπίσει κατεπείγοντα ζητήματα.

  Η εκλογή, η οποία εμπίπτει στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, υλοποιείται μέσα σε ένα εξάμηνο από τη χηρεία του Μητροπολιτικού θρόνου στο Συνοδικό ιερό Κατάστημα που βρίσκεται στην Αθήνα (άρθρο 1 του κανονισμού περί εργασιών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας 1/1977) και κατά τη διάρκεια τακτικής ή έκτακτης σύγκλησης της ΙΣΙ με θέμα την πλήρωση χηρευουσών ιερών Μητροπόλεων. Η πλήρωση αυτή υλοποιείται με δύο τρόπους, εκ των οποίων ο κανονικός, αυτός δηλαδή που απαντά στη διαδικασία που προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες, είναι η εκλογή. Η εκλογή διεξάγεται με δύο ψηφοφορίες, οι οποίες είναι μυστικές αφού προβλέπεται ρητώς από τον ισχύοντα Καταστατικό Χάρτη. Κατά την πρώτη ψηφοφορία εκλέγονται τρεις από τους εγγεγραμμένους στον κατάλογο εκλογίμων προς Αρχιερατεία, τους σχολάζοντες Μητροπολίτες (αυτούς δηλαδή που έχουν αποβάλλει τη διοικητική τους εξουσία), τους Βοηθούς Επισκόπους και τους Τιτουλάριους Μητροπολίτες και Επισκόπους. Κατά τη δεύτερη ψηφοφορία, στην οποία παλαιότερα συμμετείχε μόνο με την παρουσία του ο Κυβερνητικός Επίτροπος ένας δηλαδή καθηγητής της Νομικής ή της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, εκλόγιμοι είναι οι συμπεριλαμβανόμενοι στο τριπρόσωπο που καταρτίζεται στην πρώτη ψηφοφορία, από τους οποίους αναδεικνύεται ένας με σχετική πλειοψηφία (όποιος δηλαδή συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους). Δεν προκύπτει ότι θα πρέπει να χρησιμοποιούνται έντυπα ψηφοδέλτια, ενώ σε περίπτωση ισοψηφίας στη δεύτερη ψηφοφορία υπερισχύει ό ανώτερος κατά τα πρεσβεία της Αρχιερωσύνης. Μετά την εκλογή ακολουθεί η ανακοίνωσή της στον εκλεγέντα μέσω του Μικρού και του Μεγάλου μηνύματος, εκ των οποίων το πρώτο τελείται από τον Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και το δεύτερο από ολόκληρη την ΙΣΙ στο Συνοδικό Παρεκκλήσι. Μετά τη λήξη της διαδικασίας, αναγγέλλεται στον Υπουργό Παιδείας και θρησκευμάτων το αποτέλεσμα της εκλογής (το άρθρο 26 δεν το αναγράφει, αλλά προκύπτει ορθολογικά η αποστολή του πρακτικού της εκλογή ώστε να πραγματοποιηθεί ο έλεγχος νομιμότητας). Ο Υπουργός έχει την υποχρέωση να προκαλέσει την έκδοση προεδρικού διατάγματος περί αναγνωρίσεως και καταστάσεως του νέου Μητροπολίτη μέσα σε δέκα ημέρες, εκτός αν κατά τον έλεγχο νομιμότητας διαπιστώσει ότι η διαδικασία διενεργήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν.590/1977). Στη συνέχεια ο εκλεγείς δίνει διαβεβαίωση ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας και με την παρουσία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, και τελικώς ενθρονίζεται κατά την εκκλησιαστική τάξη. Για την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος δεν απαιτείται να διεξαχθεί έρευνα για το αν έχει επιβληθεί στον εκλεγέντα το επιτίμιο της ακοινωνησίας (ΣτΕ 2387/2001).

  Ο δεύτερος τρόπος πλήρωσης χηρεύουσας Μητροπόλεως είναι η μετάθεση ή κατάσταση. Προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες (14ος Αποστολικός κανόνας: Ἐπίσκοπον μὴ ἐξεῖναι, καταλείψαντα τὴν ἑαυτοῦ παροικίαν, ἑτέρα ἐπιπηδᾶν, κἄν ὑπὸ πλειόνων ἀναγκάζηται, εἰ μή τις εὔλογος αἰτία, τοῦτο βιαζομένη αὐτὸν ποιεῖν, ὡς πλέον τι κέρδος δυναμένου αὐτοῦ τοῖς ἐκεῖσε λόγω εὐσεβείας συμβάλλεσθαι. Καὶ τοῦτο δὲ οὐκ ἀφ' ἑαυτοῦ, ἀλλὰ κρίσει πολλῶν ἐπισκόπων καὶ παρακλήσει μεγίστῃ.), ωστόσο, πρόκειται ουσιαστικά για διαδικασία που επιλέγεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εξαιτίας ύπαρξης μείζονος οφέλους της Εκκλησίας, το οποίο θα πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο της απόφασης περί μεταθέσεως. Αντίθετα, στην πλήρωση χηρεύουσας Μητρόπολης με εκλογή δε χρειάζεται να στοιχειοθετείται μείζων για την Εκκλησία όφελος (ΣτΕ 2387/2001).

  Για να πραγματοποιηθεί η μετάθεση, χρειάζεται η διενέργεια δύο ψηφοφοριών. Με την πρώτη ψηφοφορία αποφασίζεται με πλειοψηφία 2/3 η κατ’ εξαίρεση επιλογή της μετάθεσης αντί της εκλογής και με τη δεύτερη ψηφοφορία αποφασίζεται το πρόσωπο του μετατιθεμένου, ο οποίος πάντως δε δύναται να μετατεθεί αν δεν έχουν παρέλθει πέντε έτη από την εκλογή του ως Μητροπολίτη ή αν έχει μετατεθεί ξανά. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί η πλειοψηφία των 2/3, η ψηφοφορία δεν επαναλαμβάνεται και θεωρείται ως τρόπος πλήρωσης του κενού Μητροπολιτικού θρόνου η εκλογή. Για λόγους επιτάχυνσης της διαδικασίας και με σκοπό την εξάλειψη εκκρεμοτήτων υπάρχει η δυνατότητα ταυτόχρονης πλήρωσης των δύο κενών Μητροπολιτικών θρόνων, του ήδη κενού δηλαδή και αυτού που μένει κενός μετά τη μετάθεση (ΣτΕ 2386/2001).

  Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση μετάθεσης αποτελεί η υπόθεση του Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Άνθιμου, ο οποίος αρχικά διαποίμαινε τη Μητρόπολη της Αλεξανδρούπολης. Το ζήτημα που είχε προκύψει ήταν η μη τήρηση της απαγόρευσης από την Πατριαρχική και Συνοδική πράξη του 1928 του μεταθετού των Μητροπολιτών των Νέων Χωρών, γεγονός που οδήγησε σε διαμάχη μεταξύ Χριστόδουλου και Βαρθολομαίου. Οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών υπάγονται πνευματικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και το καθεστώς τους προέκυψε μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Σε αυτές συγκαταλέγονται τόσο η Μητρόπολη της Αλεξανδρούπολης όσο και της Θεσσαλονίκης (στις Μητροπόλεις των Νέων Χωρών υπάγεται και η Μητρόπολη Ελασσόνας). Τελικά, η διαμάχη έληξε με συναίνεση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αποκατάσταση των σχέσεων. Εξάλλου, η Πράξη του 1928 υποστηρίχθηκε ότι θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως της αρχής της ισότητας, αφού κυρώθηκε με πολιτειακό νόμο.

 

(Βιβλιογραφία: «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» τεύχος 5 2004, «Εκκλησιαστικό Δίκαιο» Τρωιάνος – Πουλής, πηγή εικόνας: http://www.saint.gr/)   

 

(Αναδημοσίευση από την στήλη μου "Εκκλησία και Πολιτεία" στην εφημερίδα Έκδοση της Ελασσόνας, Οκτώβρης 2015)

 

Παλιούρα Ελένη

 

Νέα

Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
Η θέση του όρκου στην...
ΣτΕ 5057/1987: Περί Ο.Δ.Ε.Π...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>