Εκκλησία, σύμφωνο συμβίωσης, συνταγματικότητα αυτού και αντιμετώπιση των ομοφυλοφίλων:

2016-02-20 12:03

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα της επικαιρότητας είναι η δυνατότητα που παρέσχε το κράτος στα ομόφυλα ζευγάρια να συνάπτουν σύμφωνο συμβίωσης. Η νομοθετική αυτή μεταρρύθμιση δημιούργησε πληθώρα αντιδράσεων. Η ελληνική κοινωνία διχάστηκε από την ψήφιση του νέου νόμου. Πολλοί επιδοκίμασαν την κίνηση αυτή εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής θεώρησαν ότι έπρεπε από καιρό η Ελλάδα να κάνει αυτό το βήμα και να εκσυγχρονιστεί, όπως συμβαίνει και με την πλειονότητα των ευρωπαϊκών κρατών. Άλλοι, πάλι, αντέδρασαν σθεναρά, γιατί κατά τη γνώμη τους αυτός προσβάλλει την κοινωνική ηθική και τα χρηστά ήθη της χώρας μας. Το σίγουρο είναι ότι το ζήτημα δεν άφησε κανέναν αδιάφορο, ενώ, παράλληλα, άνοιξε ένας ενδιαφέρων δημόσιος διάλογος, με αποτέλεσμα να εκφραστούν σαφέστερα τα επιχειρήματα των δύο πλευρών.

Με την παρούσα μου ανάπτυξη θα αναφερθώ βασικά σε δύο σημεία. Πρώτον, θα μιλήσω για ζητήματα τυχόν αντισυνταγματικότητας του νέου νόμου και για την ένταση με την οποία  η Εκκλησία της Ελλάδος αναμίχθηκε στο δημόσιο διάλογο που ανοίχθηκε  και, δεύτερον, θα παρουσιάσω έναν προβληματισμό για την αντιμετώπιση των ομοφυλόφιλων εκ μέρους της αλλά και εκ μέρους όλων μας γενικότερα.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 14 Σ. καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει τις απόψεις του ,είτε προφορικά είτε γραπτά, εφόσον τηρεί τους νόμους του κράτους. Επομένως, και η Εκκλησία είχε το δικαίωμα να εκφράσει τις απόψεις της δίχως λογοκρισία, όπως και το έπραξε εξάλλου. Τόσο η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας με επίσημη ανακοίνωσή της, όσο και πολλοί ανωτέρου βαθμού κληρικοί με δηλώσεις τους σε ΜΜΕ εξέφρασαν την έντονη αντίθεσή τους στην ψήφιση του καινούργιου νόμου. Υποστήριξαν ότι η νομοθετική αυτή επιλογή προωθεί την ομοφυλοφιλία και ότι κατ’ αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε σε εξαχρείωση των ηθών, αφού ενισχύεται έτσι μία παρά φύσιν πρακτική. Εκφράστηκε η άποψη ότι κάτι τέτοιο όχι μόνο ήταν αντίθετο στην κοινωνική ηθική, αλλά και αποδοκιμαστέο από την πλειονότητα του ελληνικού λαού ως κάτι το αφύσικο και άρα  απορριπτέο. Ο καινούργιος νόμος, εντούτοις,  ανεξαρτήτως  της ορθότητας των παραπάνω θέσεων, δεν αφορά την Εκκλησία αλλά είναι ένα αντικείμενο που βρίσκεται έξω από τους κόλπους της, έτσι ώστε να δημιουργείται τέτοια αναταραχή. Πράγματι, δε δημιουργεί υποχρεώσεις  σε βάρος της αλλά είναι μία πολιτειακή πράξη που δε σχετίζεται ούτε άμεσα ούτε έμμεσα με την Εκκλησία και την ορθόδοξη χριστιανική διδασκαλία. Κι αυτό, γιατί η Εκκλησία εξακολουθεί να απολαμβάνει στο πλαίσιο του άρθρου 13 Σ. τη θρησκευτική ελευθερία σε όλες τις εκφάνσεις της. Το κράτος απλά έδωσε την  επιλογή και σε ομόφυλα ζεύγη να ρυθμίζουν με ένα απλό συμβόλαιο ζητήματα που σχετίζονται με τη διαβίωσή τους και δεν υποχρέωσε την εκκλησία να αποδεχτεί τα ζευγάρια αυτά βιαίως. Χαρακτηριστική είναι, εξάλλου, και  πρόσφατη απόφαση  του ΣτΕ1 , με την οποία το ανώτατο διοικητικό ακυρωτικό δικαστήριο επιβεβαίωσε για ακόμα μια φορά την θρησκευτική ελευθερία που απολαμβάνει η Εκκλησία της Ελλάδος στο εσωτερικό της απορρίπτοντας ως αβάσιμο ισχυρισμό περί διακρίσεως λόγω διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού δεχόμενο , ότι οι κληρικοί της ορθόδοξης εκκλησίας, συντασσόμενοι με το δόγμα της, εκουσίως αποδέχονται τις θεμελιώδεις πνευματικές αρχές και τους ιερούς της κανόνες που επιβάλλουν κάποιους περιορισμούς στην προσωπική τους ζωή και άρα δεν μπορούν να είναι ομοφυλόφιλοι. Η ψήφιση του συμφώνου συμβίωσης για τους ομοφυλόφιλους δεν πρέπει να λησμονείται ότι ήταν απόρροια της καταδίκης της Ελλάδας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων2 και άρα ήταν μια κρατική υποχρέωση, η μη εκπλήρωση της οποίας θα ανάγκαζε την Ελλάδα να πληρώσει υψηλά πρόστιμα. Ακόμα, δε φαίνεται να υφίσταται ζήτημα αντισυνταγματικότητας ως προς την συνταγματική εγγύηση του γάμου. Κι αυτό, γιατί η αναγνωρισμένη συμβίωση προσώπων του ίδιου φύλου συνιστά ένα διαφορετικό μόρφωμα σε σχέση με το γάμο και, άρα, από τη στιγμή που ο γάμος δε μειονεκτεί απέναντι στο σύμφωνο συμβίωσης των ομόφυλων δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για προσβολή αυτού3. Πόσω  μάλλον θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ήταν αναγκαία η νομοθετική αυτή μεταρρύθμιση, για να ανταποκρίνεται η ρύθμιση περί συμφώνου συμβίωσης στην αρχή της ισότητας στο μέτρο που οι σεξουαλικές επιλογές του ατόμου δεν αποτελούν αντικειμενικό κριτήριο για τη διαφορετική του μεταχείριση εκ μέρους της πολιτείας.

Άποψη του γράφοντος  είναι ότι η Εκκλησία ορθώς αντέδρασε απέναντι στην ψήφιση του νέου νόμου. Κάθε θρησκευτική κοινότητα έχει ορισμένες πεποιθήσεις τις οποίες και μπορεί ελεύθερα να εκφράζει. Έτσι, και η Εκκλησία μας που ενσαρκώνει τη χριστιανική διδασκαλία, η οποία ασπάζεται την άποψη ότι η ομοφυλοφιλία είναι αμαρτία και άρα κάτι αφύσικο και  απορριπτέο, άσκησε το εκ του συντάγματος αναφαίρετο δικαίωμά της να εκφράσει την άποψή της. Το πρόβλημα που εντοπίζει ο γράφων  στη διαμαρτυρία που πραγματοποιήθηκε ήταν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και η ένταση που δημιουργήθηκε. Πράγματι, η Εκκλησία, ως ο ιερός εκείνος οργανισμός που δημιουργήθηκε με την έλευση του Χριστού με σκοπό τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους4,  καλώς αντέδρασε ,αφού αυτό πρεσβεύει, όμως η αντίδραση αυτή έπρεπε να κινηθεί σε ηπιότερους τόνους από κάποιους εκκλησιαστικούς ταγούς και να υπάρχει μεγαλύτερη νηφαλιότητα. Δηλαδή, αφενός θα έπρεπε να είχαν αποφευχθεί βαρύγδουπες και ηχηρές δηλώσεις μελών του ανώτερου κλήρου για το ζήτημα ή έστω να είχαν διατυπωθεί με μεγαλύτερη φειδώ, αν σκεφτούμε μάλιστα ότι η Εκκλησία έχει αρμόδιο όργανο για να εκφράζει τις απόψεις της, που δεν είναι άλλο από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας5 αφετέρου θα έπρεπε να είχαν περιοριστεί  περαιτέρω αντιδράσεις τόσο από άλλους εκκλησιαστικούς φορείς όσο και από τους πολεμίους του συμφώνου συμβίωσης που το στηλίτευσαν ανελέητα . Ο γράφων  σα νέος άνθρωπος πιστεύει ότι μία τέτοια συμπεριφορά ξεφεύγει από τα όρια στα οποία θα έπρεπε να κινείται η Εκκλησία μας. Αντίθετα, άποψη του είναι ότι θα ισχυροποιούσε την αντίδρασή της  ενδυναμώνοντας τους δικούς της θεσμούς και  συσπειρώνοντας το ποίμνιο της γύρω από τις αξίες και τις αρχές που πρεσβεύει. Κάτι τέτοιο είναι μάλλον εφικτό μέσα από τη διδασκαλία, την κατήχηση (που να μην φτάνει βέβαια στα όρια του προσηλυτισμού), μέσα από την ακρόαση των προβλημάτων της κοινωνίας και μέσα από την ενεργό δράση σε κάθε επίπεδο. Πράγματι, αν θωρακιστεί εκ των έσω, δε θα έχει τίποτα να φοβάται και μάλιστα θα μεταλαμπαδεύσει τις αξίες και τις αρχές της στις νέες γενιές.

Όσον αφορά το ζήτημα της αντιμετώπισης των ομοφυλόφιλων γενικότερα, δεν υπάρχει σαφής αναφορά μέσα στο Ευαγγέλιο για το πώς πρέπει κανένας να συμπεριφέρεται απέναντι τους. Αυτό που βλέπει μάλλον  κανείς με ευκρίνεια  είναι ότι ο Χριστός συναναστρεφόταν όχι τόσο τους ενάρετους αλλά μάλλον τους αμαρτωλούς προκειμένου να τους οδηγήσει στη σωτηρία. Η ομοφυλοφιλία είναι μιας μορφής αμάρτημα για εμάς τους ορθόδοξους χριστιανούς. Πώς, όμως, δεδομένου ότι υπάρχει κενό πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους αυτούς; Η επίσημη Εκκλησία θεωρεί ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ΄΄άρρωστοι΄΄, όπως άλλωστε και όλοι οι συνειδητά αμαρτωλοί, και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί στους κόλπους της. Θα μπορούσαμε δηλαδή με μια απλοϊκή σκέψη να πούμε ότι, εφόσον αυτή είναι η επίσημη θέση της Εκκλησίας μας, αυτό πρέπει να κάνουμε και εμείς , ήτοι να τους απορρίπτουμε από τη ζωή μας. Και πάλι, όμως, αυτό δε μας επιλύει το πρόβλημα, αν είμαστε σκεπτόμενοι άνθρωποι. Είναι, όμως, άραγε η απόρριψη αυτή σύμφωνη με το πνεύμα του Χριστιανισμού; Μήπως ο Χριστός δεν ήταν αυτός που διακήρυξε το περίφημο ΄΄αγαπάτε αλλήλους΄΄; Μήπως ο Χριστός δεν ήταν αυτός που δίδαξε ότι πρέπει να ενεργούμε με διάκριση ανάλογα με το τι αντιμετωπίζουμε; Ο γράφων πιστεύει ότι, αν ο Κύριος βρισκόταν επί γης, σίγουρα θα στηλίτευε το βαρύ αμάρτημά τους, όμως δε θα απέρριπτε αυτούς τους ανθρώπους αλλά θα τους αντιμετώπιζε με αγάπη και θα τους νουθετούσε. Εάν έβλεπε ότι η ροπή στην ομοφυλοφιλία ήταν κάτι που το είχαν φύσει , θα τους συμβούλευε να απέχουν από τη σωματική επαφή με άτομα του ίδιου φύλου. Εάν, αντίθετα, έβλεπε ότι η σαρκική συνάφεια με άτομα του ίδιου φύλου γίνεται μόνο και μόνο για την ηδονή, τότε θα επέπληττε τους ανθρώπους αυτούς και θα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τους βάλει στον ίσιο δρόμο. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δε θα τους απέρριπτε αλλά θα τους περιέβαλε με αγάπη και θα τους αποδεχόταν, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι θα μετανοούσαν πραγματικά και εμπράκτως. Και εμείς, λοιπόν, πιστεύω πως πρέπει να κινηθούμε προς την ίδια κατεύθυνση, όπως μάλλον θα κινούνταν και ο Θεάνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι είμαστε δημιουργήματα του ίδιου Θεού, καθ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν,  και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα πάντα εν σοφία εποίησεν.

 

 


[1] Βλ. ΣτΕ 4596/2014

[2] Βλ. υπόθεση Βαλλιανάτος και άλλοι κατά Ελλάδος στην οποία το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση των άρθρων 8 και 14 της ΕΣΔΑ

[3] Βλ. Εφαρμογές Δημοσίου Δικαίου, 1/2003, σελ:230 κ.επ. με ενημερωτικό σημείωμα Θ.Κ.Παπαχρίστου

[4] Βλ. Κονιδάρη Ιωάννη, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου , σελ: 1 κ.επ.

[5] Βλ. άρθρα 3 και 4 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν.590/1977)

 

Παπασυκιώτης Ραφαήλ

 

 

Νέα

Η πρώτη μας εκδήλωση!!
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Κωνσταντίνος Μαργαρίτης -...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Οικονομία και Θρησκευτικοί...
Μεταρρύθμιση και Ορθόδοξη...
Νέοι επιστήμονες
Η αξίωση των θρησκευτικών...
ΝΖ’ Πενθέκτης: «Περί τοῦ μὴ...
ΕΔΔΑ 21-02-2008 –...
Δύο χρόνια λειτουργίας!!
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>