ΕΔΔΑ Λαρίσης κλ κατά Ελλάδος

2016-11-22 10:07

Υπόθεση Λαρίσης κλ κατά Ελλάδος1

Η υπό εξέταση υπόθεση αφορά καταδίκη αξιωματικών της αεροπορίας για προσηλυτισμό βάσει του άρθρου 4 ν.1363/1938 και χαρακτηριστικά αναφέρεται στο κείμενό της ότι «η κατάσταση του ελληνικού δικαίου δεν κατέστη λιγότερο σαφής μετά την απόφαση Κοκκινάκης κατά της Ελλάδας, η οποία εκδόθηκε από το Δικαστήριο και έκρινε ότι ο ορισμός του προσηλυτισμού πληροί τις προϋποθέσεις ασφαλείας και προβλεψιμότητος που ορίζονται στο άρθρο 7». Σε αντίθεση, πάντως, με την προγενέστερή της απόφαση Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, η Λαρίσης κατά Ελλάδος απεφάνθη υπέρ της μη παραβίασης του άρθρου 9 της Σύμβασης (περί θρησκευτικής ελευθερίας) στο κομμάτι της υπόθεσης που αφορούσε τον προσηλυτισμό των σμηνιτών και τονίζει ότι τα κράτη μέλη είναι απαραίτητο να επιληφθούν του ζητήματος της προστασίας των δικαιωμάτων των υφισταμένων στις ένοπλες δυνάμεις, αφού, λόγω της ιεραρχικής δομής που υφίσταται σε αυτές, δυσχερώς μπορούν να αντιδράσουν σε τυχόν καταδυνάστευση της προσωπικότητάς τους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετείχαν δύο δικαστές που βρίσκονταν και στη σύνθεση του δικαστηρίου κατά την εξέταση της υπόθεσης Κοκκινάκης κατά Ελλάδος 2

Οι προσφεύγοντες, λοιπόν, Δημήτριος Λαρίσης, Σάββας Μανδαλαρίδης και Ιωάννης Σαράντης, αξιωματικοί της ελληνικής αεροπορίας, πρέσβευαν το προτεσταντικό δόγμα, το οποίο επιτάσσει τη διδασκαλία των Ευαγγελίων εκ μέρους των πιστών. Οι πρώτοι δύο από τους προσφεύγοντες κατηγορήθηκαν για προσηλυτιστικές ενέργειες εις βάρος του σμηνίτη Γεωργίου Αντωνιάδη, τον οποίο ενέτασσαν σε συζητήσεις θρησκευτικού περιεχομένου και ρωτούσαν επίμονα αν είχε επισκεφτεί την Εκκλησία της Πεντηκοστής κάθε φορά που επέστρεφε στη μονάδα μετά από άδεια. Επιπλέον, ο Λαρίσης και ο Σαράντης κατηγορήθηκαν για προσηλυτισμό εις βάρος του σμηνίτη Αθανασίου Κόκκαλη, τον οποίο προέτρεπαν να προσεταιριστεί το πεντηκοστιανό δόγμα με διάφορους τρόπους (πχ τον διαβεβαίωναν πως στην εκκλησία της Πεντηκοστής πραγματοποιούνταν θαύματα). Για τον τρίτο προσηλυτιζόμενο σμηνίτη, Νικόλαο Καυκά, παρόλο που ο ίδιος υποστήριξε την μη πίεση εκ μέρους των αξιωματικών για μεταβολή των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, ο πατέρας αυτού ισχυρίσθηκε πως ο υιός του προσχώρησε στην Εκκλησία της Πεντηκοστής υποβαλλόμενος στις διαταγές των ανωτέρων του. Επιπροσθέτως, οι αξιωματικοί κατηγορήθηκαν και για ενάσκηση προσηλυτισμού εις βάρος πολιτών, με χαρακτηριστική περίπτωση την Αναστασία Ζουναρά, η οποία κατέληξε με διαταραχή της ψυχικής της υγείας.

Ως προς τις αποκλίνουσες της πλειοψηφίας γνώμες που διατυπώθηκαν, ο δκαστής De Meyer προέβη στην έκφραση της ίδιας άποψης που είχε διατυπώσει στην υπόθεση Κοκκινάκης, ότι δηλαδή ο νόμος που ποινικοποιεί τον προσηλυτισμό είναι «παράνομος»3  , αφού αποτελεί τροχοπέδη στην εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων, ωστόσο, παραδέχεται την ενάσκηση προσηλυτισμού εις βάρος των σμηνιτών, εξαιτίας της σχέσης ιεραρχίας που τους συνέδεε με τους ανωτέρους τους, χρησιμοποιώντας τη φράση «εκμεταλλεύτηκαν καταχρηστικά». Εδώ διαφαίνεται και η σημασία της παρούσας απόφασης του ΕΔΔΑ, η οποία δε συγκεντρώνεται στην καταδίκη της Ελλάδας, αλλά στο πραγματικό περιστατικό της ειδικής εξουσιαστικής σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στους προϊσταμένους και στους υφισταμένους στα σώματα ασφαλείας και στο πώς αυτή η σχέση μπορεί να αποτελέσει πρόσφορο έδαφος για την προσπάθεια αλλοίωσης της θρησκευτικής συνείδησης με μεθόδους που αντίκεινται στη δυνατότητα ομολογίας των θρησκευτικών πεποιθήσεων, που είναι συνταγματικά θεμελιωμένη, εξαιτίας της υπαγωγής της στο ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Οι προαναφερόμενες μέθοδοι συμπυκνώνονται στην έννοια της «κατάχρησης εξουσίας», η οποία φαντάζει ως ένας εύκολος τρόπος επιβολής. 

Σχετικό με την έννοια της κατάχρησης εξουσίας είναι και το διατακτικό του άρθρου ένα του Μολδαβικού νόμου για τα θρησκεύματα («law on denominations», ο αντίστοιχος ελληνικός νόμος είναι ο 4301/2014), σύμφωνα με το οποίο ο υπερβολικός προσηλυτισμός («excessive proselytism») απαγορεύεται και συνίσταται στη διά της βίας ή κατάχρησης εξουσίας προσπάθεια μεταβολής των θρησκευτικών αντιλήψεων ενός ατόμου 4. Στον ελληνικό νόμο της κυβέρνησης του Μεταξά δεν υπάρχει ρητή καταχώρηση της κατάχρησης εξουσίας ως μέσου προσηλυτισμού, ωστόσο η απαρίθμηση των προσηλυτιστικών μεθόδων έχει κριθεί πως είναι ενδεικτική και όχι εξαντλητική .

Ο Βαλτικός επισήμανε ότι το κύρος της στολής δύναται να επηρεάσει όχι μόνο τους υφισταμένους σε μία στρατιωτική μονάδα, αλλά και απλούς πολίτες, και ο K.Van Dijk αμφέβαλλε για τη μη οικειοθελή εμπλοκή του σμηνίτη στις σχετικές με το δόγμα των Πεντηκοστιανών συζητήσεις με τους ανωτέρους τους, υπονοώντας ίσως την υπαγωγή στο αδίκημα του παράνομου προσηλυτισμού περισσότερων υποθέσεων από όσες πραγματικά περικλείουν την πραγματική ανάγκη πρόβλεψής του, η οποία θα μπορούσε να αναχθεί στην αποτροπή συμπεριφοράς που αγγίζει τα όρια του έμπρακτου φανατισμού.  Βέβαια, επειδή ένας μεγάλος αριθμός εννοιών που συνδέονται με τα θρησκευτικά ανθρώπινα δικαιώματα και τους περιορισμούς τους είναι εξαιρετικά ευρείες, τα όρια μεταξύ νομίμου και παρανόμου σε περιπτώσεις προσηλυτισμού δεν κατορθώνουν να είναι απόλυτα σαφή.

Με την ΕΔΔΑ Λαρίσης κλ κατά Ελλάδος, ωστόσο, δε σημάνθηκε λήξη της υπόθεσης, αφού ακολούθησε επαναφορά της στα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα με τη διαδικασία του άρθρου 525πα.1 ΚΠΔ, που εισήχθη με το άρθρο 11 του νόμου 2865/2000 , με τη διαδικασία δηλαδή της επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Ο Εισαγγελέας του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου εισήγαγε σχετική αίτηση στο συμβούλιο του Αρείου Πάγου, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή σχετικά με την καταδίκη για προσηλυτισμό των ιδιωτών. Ο Άρειος Πάγος έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιοποίνου, αφού επρόκειτο για πλημμεληματικές πράξεις5 .

------------------------------------

{1}ΕυρΔΔΑ, Απόφαση Λαρίσης και Λοιποί κατά Ελλάδος της 24ης Φεβρουαρίου 1998

{2}Ο Βαλτικός και ο De Meyer

{3}Η φράση «παράνομος νόμος» στέκει μονάχα αν θεωρήσουμε πως ο νόμος αντιβαίνει στο ανώτατο ιεραρχικά κανονιστικό κείμενο, που είναι το Σύνταγμα.

{4}W.Cole Durham and Silvio Ferrari, «Laws on Religion and the State in Post-Communist Europe», Law and Religion Studies 2, 2004,  σ.201: «excessive proselytism is considered to be any attempt to pressure ones religious convictions by force or abuse of authority»

{5}ΑΠ (ποινικό) 1453/2005, ΝΟΜΟΣ: «…Επομένως, πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η κρινόμενη αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας, δηλαδή μόνο κατά το μέρος της που αφορά το μέρος της καταδικαστικής απόφασης, για το οποίο καταδικάσθηκε η Ελλάδα και αφορά τις πράξεις προσηλυτισμού του εκ των καταδικασθέντων Σ.Μ., σε βάρος των 1) Α.Ζ. και 2) Α.Μ. κ.λ.π. και του εκ των καταδικασθέντων Ι.Σ., σε βάρος της Α.Ζ. και τις επιβληθείσες σχετικά ποινές, στον πρώτο τεσσάρων (4) και έξι (6) μηνών, αντιστοίχως και στο δεύτερο πέντε (5) μηνών, να ακυρωθεί κατά το μέρος της αυτό η απόφαση της οποίας η διαδικασία ζητείται να επαναληφθεί και εν όψει της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής των πράξεων αυτών, που φέρονται άπασες τελεσθείσες προ του έτους 1989 και της εντεύθεν εξάλειψης του αξιοποίνου, να παύσει γι' αυτές οριστικά η ποινική δίωξη, να απορριφθεί δε η αίτηση κατά τα λοιπά, δηλαδή καθόσον αφορά το μέρος της καταδικαστικής απόφασης, που αναφέρεται στις πράξεις προσηλυτισμού του εκ των καταδικασθέντων Σ.Μ., σε βάρος του Γ.Α. και του εκ των καταδικασθέντων Ι.Σ. σε βάρος των 1) Α.Κ. και 2) Ν.Κ. και τις επιβληθείσες σχετικά ποινές, ως αβάσιμη.»

Παλιούρα Ελένη

 

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>