Από τους Κλασικούς στους Βυζαντινούς Χρόνους (Μέρος Α', Αθήνα)

2015-11-28 16:00

 

Η Αθήνα, η πρώτη «πόλις» και η πρώτη ίσως και μοναδική πόλη του τότε ελληνικού χώρου η οποία επέδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την ανάπτυξη και την εξέλιξή της. Η διεργασία που απαιτήθηκε για την επίτευξη αυτού του αποτελέσματος ήταν επίπονη και πολύχρονη, αν και φάνταζε εν μέρει αδύνατη στα μάτια των τότε Αθηναίων πολιτών και πολιτικών εξαιτίας ενός όρκου που είχαν πάρει πριν από τη Μάχη των Πλαταιών όπως μαρτυρά στον λόγο του ο ρήτορας Λυκούργος στο έργο του Κατά Λεωκράτους (81):

« Δεν θα θεωρήσω την ζωή μου ανώτερη από την ελευθερία, και δεν θα εγκαταλείψω τους αρχηγούς, ούτε ζωντανούς ούτε νεκρούς, […]. Αν νικήσω στον πόλεμο με τους βαρβάρους, καμία από τις πόλεις που πολέμησαν για την Ελλάδα δεν θα καταστρέψω. Εκείνες όμως που προτίμησαν τους βαρβάρους θα τις υποχρεώσω να καταβάλουν το ένα δέκατο από το εισοδήματά τους. Και από τα ιερά που πυρπολήθηκαν και ισοπεδώθηκαν από τους βαρβάρους κανένα δεν θα ανοικοδομήσω, αλλά θα τα αφήσω να μένουν στις επόμενες γενιές ως ενθύμιο της ασέβειας των βαρβάρων»

Αν και ο όρκος των Πλαταιών αμφισβητήθηκε ήδη από τους αρχαίους χρόνους τα αρχαιολογικά δεδομένα αποδεικνύουν τελικώς πως οι ναοί της Ακρόπολης (Εικ. 1) και άλλων περιοχών της Αττικής δεν ξαναχτίστηκαν παρά μόνο χρησιμοποιήθηκε μέρος των αρχιτεκτονικών τους λειψάνων στο βόρειο τείχος της Ακρόπολης. Στο μεταξύ εφόσον η ανοικοδόμηση της πόλης εξαιτίας του όρκου ήταν αδύνατη ο Κίμων (470 π.Χ) στρέφει το ενδιαφέρον του στην δημιουργία δημόσιων κτιρίων, στην άμυνα και στα έργα κοινής ωφελείας. Αργότερα, ο Περικλής εξουδετερώνοντας το 443 π.Χ τον σημαντικότερο πολιτικό του αντίπαλο Θουκυδίδη τον Μελήσιο (όχι τον ιστορικό)  είναι ελεύθερος πια να ανοικοδομήσει και να αντικαταστήσει τα ερείπια που άφησε ο πόλεμος με τους Πέρσες. Εκείνη την περίοδο χτίζεται ο Παρθενώνας, όπως τον γνωρίζουμε σήμερα, τα Προπύλαια, ο ναός της Αθηνάς Νίκης κ.α.

Στους επόμενους χρόνους, τους ελληνιστικούς, έρχεται η καμπή στην λαμπρή ιστορία της Αθήνας από μία σειρά πολεμικών γεγονότων. Ωστόσο, στην ρωμαϊκή περίοδο με την  αρωγή των Ρωμαίων αυτή την φορά η Αθήνα γνωρίζει και πάλι την χαμένη αίγλη της. Μία σειρά από σημαντικά οικοδομήματα ανεγείρονται. Αυτό το οποίο θα μας απασχολήσει δεν είναι άλλο από την βιβλιοθήκη του Ανδριανού. Δεν θα γίνει περαιτέρω ανάλυση των δύο αυτών περιόδων για εύλογους λόγους.

Παρακολουθώντας την πορεία της Αθήνας ανά τους αιώνες με μικρά αποσπάσματα από την ζωή της είναι αδύνατο να μην σταθούμε και να μην δούμε, όσο αυτό είναι δυνατό, μερικά από τα σημαντικότερα οικοδομήματα – ιερά κυρίως μέσω των οποίων σε συνάρτηση με τα δημόσια οικοδομήματα υπήρξαν το λίκνο της δημοκρατίας, του πολιτισμού, της φιλοσοφίας και άλλων επιστημών. Τα ίδια αυτά κτίρια άλλοτε τυγχάνουν αναγνωρισιμότητας για το σπουδαίο ρόλο που διαδραμάτισαν στον αρχαίο κόσμο και άλλοτε όχι, πράγμα το οποίο ισχύει όχι μόνον για την Αθήνα, αλλά για το σύνολο των λειψάνων των προηγούμενων ετών σε όλο τον κόσμο από τους βυζαντινούς αυτοκράτορες.

Ήδη από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου γίνεται μία προσπάθεια μεταστροφής της εθνικής λατρείας των ειδώλων σε αυτή που ενσαρκώνεται στη λατρεία του προσώπου του αυτοκράτορα. Η πρώτη προσπάθεια της αποσύνδεσης των αρχαίων ναών από τη λατρεία επιχειρεί πρώτος ο Κωνσταντίνος Β΄ (337 – 361) με νόμο, ο οποίος όριζε πως οι αρχαίοι ναοί πλέον αποτελούν μονάχα μία υπενθύμιση του ένδοξου παρελθόντος. Αργότερα το 356 μ.Χ. διατάσσεται το κλείσιμο των αρχαίων ναών και ακολουθεί καταστροφή αυτών από φανατικούς χριστιανούς με το πρόσχημα του εξαγνισμού των ναών αυτών από τους δαίμονες που κατοικούσαν εκεί. Αν και από καμία Οικουμενική Σύνοδο δεν υπήρξε ποτέ απόφαση για την καταστροφή των αρχαίων ναών μερικοί επίσκοποι ή μοναχοί υπό την ενθάρρυνση των αυτοκρατορικών μέτρων που ελήφθησαν καταστρέφουν τα μνημεία. Αυτό συμβαίνει κυρίως στην Αίγυπτο και την Ανατολή. Μαρτυρίες κάνουν γνωστές δύο περιπτώσεις επισκόπων, αυτή του επισκόπου Μάρκελλου στην Απάμπεια 391 -392 μ.Χ και αυτή του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφιλου (345 – 412  μ. Χ).

Ωστόσο, ο Ιουλιανός προσπαθώντας να περισώσει την πολιτιστική κληρονομιά θεσπίζει αυστηρές ποινές σε όσους κατέστρεφαν μνημεία της αρχαιότητας. Οι ποινές απευθυνόταν στην εκκλησία με την δήμευση των περιουσίας της έως και την κατεδάφιση εκκλησιών ως αντίποινα. Έως το τέλος του 4ου αι. μ.Χ. τα μνημεία έχαιραν προστασίας του αυτοκράτορα. Παρά ταύτα, μετά την εποχή του Γορτιανού το 382 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας αποβάλλει το αξίωμα του Pontifex Maximus, οποιοσδήποτε δεσμός του κράτους με την ειδωλολατρία εξαφανίζεται. Επομένως, μετά από αυτό οι αρχαίοι ναοί μένουν απροστάτευτοι. Κανείς θα περίμενε την ολοσχερή καταστροφή των ναών, αλλά εκείνο που συμβαίνει μετά το 400 μ.Χ είναι ότι με νόμο θεσπίζεται η δημόσια χρήση των ναών. Το 435 μ.Χ παρατηρείται μία μεταστροφή, όπου απαγορεύεται η χρήση των ναών για οποιονδήποτε σκοπό με παράλληλη απαγόρευση της καταστροφής τους. Συνιστάται η χάραξη του σταυρού σε αυτά τα μνημεία με σκοπό τον εξαγνισμό των παγανιστικών μνημείων.

Το Ανατολικό από το Δυτικό κράτος φαίνεται να κρατά διαφορετική στάση ως προς την αντιμετώπιση αυτών των μνημείων. Τα μνημεία που διασώθηκαν από το Ανατολικό κράτος είναι ελάχιστα σε αντίθεση με εκείνα του Δυτικού κράτους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η καταστροφή με διαταγή του αυτοκράτορα Μ. Κωνσταντίνου του ιερού της Αφροδίτης στα Ιεροσόλυμα, όπου στη θέση του ανοικοδομείται ο ναός του Παναγίου Τάφου.  Παρόμοιες περιπτώσεις εντοπίζονται και στο συροπαλαιστινιακό χώρο, όπου μονάχα οικονομική παράγοντες κατά εξαίρεση ανάγκασαν τους χριστιανούς να μετατρέψουν έναν αρχαίο ναό σε εκκλησία.

 

 

 

 

 

Βιβλιογραφία

Γκιολές, Ν., 1998, Παλαιοχριστιανική Τέχνη Ναοδομία (π. 200 – 600), Γ. Γκέλπεσης Αθήνα

Camp, M., J., 2009, Οι αρχαιότητες της Αθήνας και της Αττικής, Ινστιτούτο του Βιβλίου – Α. Καρδαμίτσα

Krautheimer, R., 2006, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνική Τραπέζης

Μπούρας, Χ., 2010, Η Βυζαντινή Αθήνα 10ος – 12ος αι, Μουσείο Μπενάκη

Ορλάνδος Α.-Βρανούσης Λ., 1973, Τα χαράγματα του Παρθενώνος, Αθήνα

Στούφη – Πουλημένου, Ι., 2009, Θεολογία, «Χριστιανισμὸς καὶ ἀρχαία τέχνη. Ρήξη ἢ σχέση διαλεκτική;», Τριμηνιαία έκδοση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, 187-215

Επικουρικά:

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

http://www.ancientathens3d.com/

 

 

Συνεχίζεται... 

 

Γκουντρουμπή Βάσω

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>