Ανάδειξη Αρχιεπισκόπου Κρήτης

2016-03-23 00:23

Η αποστολική Εκκλησία της Κρήτης συναποτελεί μαζί με το Άγιο Όρος και τα Δωδεκάνησα ένα από τα ιδιαίτερα εκκλησιαστικά καθεστώτα στην ελληνική επικράτεια, οι ιδιομορφίες των οποίων έχουν έρεισμα στην ιστορική διαμόρφωση του ελληνικού κράτους από τη γέννησή του έως σήμερα (η Κρήτη ενώθηκε επισήμως με την Ελλάδα το 1913). Η Εκκλησία της Κρήτης συγκεκριμένα διέπεται κατά το ισχύον δίκαιο από ημιαυτόνομο καθεστώς, δηλαδή ενέχει κανονική εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (άρθρο 1 ισχύοντος Καταστατικού Νόμου Εκκλησίας της Κρήτης: «…είναι ημιαυτόνομος, έχουσα την κανονικήν εξάρτησιν αυτής εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου»), το οποίο επιδρά και στη διοικητική της διάρθρωση (π.χ. στο θέμα της εκλογής Αρχιεπισκόπου Κρήτης).

Το ημιαυτόνομο αυτό καθεστώς εισήχθη με τον Καταστατικό Νόμο του 1961, ο οποίος ισχύει μέχρι σήμερα με τις τροποποιήσεις που έχει υποστεί, ενώ πριν από αυτόν ίσχυε ένα καθεστώς αυτονομίας. Ως προς τη νομική της φύση η Εκκλησία της Κρήτης συγκαταλέγεται στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου από το 2014, με τροποποίηση που υπέστη ο Καταστατικός Νόμος του 1961 επί Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων Λοβέρδου.  Συγκεκριμένα, προστέθηκε εδάφιο στο άρθρο 131, που όριζε ήδη την Αρχιεπισκοπή Κρήτης και τις Μητροπόλεις (το κείμενο του νόμου αναφέρει «Μητρόπολις Κρήτης» και «εκάστη των Ιερών Επισκοπών, ωστόσο σήμερα οι Μητροπόλεις έχουν μετονομαστεί σε Αρχιεπισκοπές και οι Επισκοπές σε Μητροπόλεις, συνεπώς όπου στον Καταστατικό Νόμο υπάρχει η λέξη Μητρόπολις ή Μητροπολίτης νοούνται αντιστοίχως οι λέξεις Αρχιεπισκοπή και Αρχιεπίσκοπος) ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Το νέο αυτό εδάφιο παρέχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Κρήτης ως οντότητα πλέον, νομική προσωπικότητα δημοσίου δικαίου («…αποτελεί ίδιον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου…»). Αναφέρεται χαρακτηριστικά η παροχή αυτής της μορφής νομικής προσωπικότητας πραγματοποιήθηκε προς διευκόλυνση της συνοδικής λειτουργίας και προς επίτευξη της εύρυθμης λειτουργίας της Εκκλησίας της Κρήτης με ειδικότερη παραπομπή σε ζητήματα συναλλαγών.

Ένα ζήτημα που σχετίζεται με την περιφερειακή οργάνωση της Εκκλησίας της Κρήτης κι βρίσκεται επιπροσθέτως στο προσκήνιο της επικαιρότητας, αφού έχει υποστεί μεταβολές το 2014, είναι το ζήτημα της εκλογής Αρχιεπισκόπου Κρήτης.

Προ του 2014 καθεστώς εκλογής:   Η εκλογή Αρχιεπισκόπου Κρήτης ρυθμιζόταν και ρυθμίζεται στο άρθρο 19 του Καταστατικού της Νόμου. Πριν από το 2014, η διαδικασία της εκλογής ήταν σύμφωνη με το περιεχόμενο της σύμβασης μεταξύ Κρήτης και Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1900 (14 Οκτωβρίου) με πληρεξουσίους το Μητροπολίτη Κρήτης (Αρχιεπίσκοπο Κρήτης με τη σημερινή ορολογία) Ευμένιο Ξηρουδάκη και τον Υπουργό Δικαιοσύνης Ελευθέριο Βενιζέλο. Ειδικότερα, αμέσως μετά τη χηρεία του Αρχιεπισκοπικού θρόνου (το «άμα τη χηρεία» κατά την ακριβή διατύπωση του άρθρου 19 συναντάται και στις διατάξεις περί εκλογής Αρχιεπισκόπου και Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος και σημαίνει αμέσως μετά, διαθέτοντας τη θέση της έντονης υποδείξεως προς τη διοίκηση) αναλάμβανε καθήκοντα Τοποτηρητή ο έχων τα πρεσβεία Μητροπολίτης, ο οποίος επιφορτιζόταν με την ευθύνη της ενημέρωσης της ελληνικής Κυβερνήσεως και του Οικουμενικού Πατριαρχείου για το συμβάν. Έπειτα, ο Υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων (με τη σημερινή ορολογία, διότι στον Καταστατικό Νόμο αναφέρεται ως Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) μέσα σε 40 μέρες από τη χηρεία του Αρχιεπισκοπικού θρόνου κατήρτιζε τριπρόσωπο δελτίο εκ των εν ενεργεία Μητροπολιτών Κρήτης (εν ενεργεία Μητροπολίτης σημαίνει ο Μητροπολίτης που έχει αναλάβει το έργο της διαποίμανσης μιας Μητρόπολης και δεν έχει απεκδυθεί της διοικητικής του εξουσίας), το οποίο αποστελλόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η Ιερά Σύνοδος του τελευταίου εντός μηνός από την αποστολή του τριπροσώπου, επέλεγε έναν Μητροπολίτη από τους αναγραφόμενους σε αυτό και προέβαινε σε αναγγελία του γεγονότος αυτού στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο Κρήτης (είναι η ανώτατη διοικητική αρχή της Εκκλησίας της Κρήτης) και στην ελληνική κυβέρνηση. Αμέσως μετά εκδιδόταν προεδρικό διάταγμα περί καταστάσεως και αναγνωρίσεως του νέου Αρχιεπισκόπου Κρήτης, το οποίο δημοσιευόταν στην εφημερίδα της κυβερνήσεως και τέλος πραγματοποιούνταν από το πρόσωπο του νέου Αρχιεπισκόπου η ανάλογη διαβεβαίωση, η οποία τα τελευταία χρόνια δεν ήταν η αναγραφόμενη στο κείμενο του Καταστατικού Νόμου, λόγω αλλαγής του πολιτεύματος, αλλά η αναγραφόμενη στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος στην αντίστοιχη διάταξη περί Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος.

Αλλαγές του 2014: Το 2014 με τροπολογία του Λοβέρδου (για να τη δείτε πατήστε εδώ) στο νομοσχέδιο «Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις» τροποποιήθηκε το άρθρο 19 του Καταστατικού Νόμου της Κρήτης και συνεπακολούθως η διαδικασία εκλογής του Αρχιεπισκόπου Κρήτης, η οποία δεν έχει προς το παρόν εφαρμοσθεί στην πράξη. Πιο αναλυτικά, διατηρείται η πρόβλεψη περί Τοποτηρητή και των καθηκόντων του, ωστόσο μεταβιβάζεται η αρμοδιότητα καταρτήσεως τριπροσώπου στην Ιερά Επαρχιακή Σύνοδο, η οποία εντός ενός μήνα από τη χηρεία του θρόνου σε μία μόνη συνεδρία χωρίς διακοπή στο Συνοδικό Κατάστημα διενεργεί μυστική ψηφοφορία υπό την Προεδρία του έχοντος τα πρεσβεία της Αρχιεροσύνης. Αυθημερόν αποστέλλεται το τριπρόσωπο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και ενημερώνεται η Κυβέρνηση, ενώ έπειτα η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην αμέσως επόμενη Συνεδρία της επιλέγει το νέο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης και ανακοινώνει το όνομα αυτού. Στη συνέχεια εκδίδεται προεδρικό διάταγμα περί αναγνωρίσεως και καταστάσεως του νέου Αρχιεπισκόπου, που δημοσιεύεται στην εφημερίδα της κυβερνήσεως, ενώ ακολουθεί η εκκλησιαστική τελετή της ενθρονήσεως στο Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Μηνά Ηρακλείου, καθώς και η απόδοση της διαβεβαίωσης ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας με την παρουσία Αντιπροσωπίας της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Κρήτης («Διαβεβαιούμαι επί τη Αρχιερωσύνη μου ότι Θεία Χάριτι θα εκπληρώ τα Αρχιεπισκοπικά μου καθήκοντα μετά πάσης σπουδής και δυνάμεως, τηρών απαρασαλεύτως τους Θείους και Ιερούς Αποστολικούς τε και Συνοδικούς Κανόνας και τας Ιεράς Παραδόσεις*διαδηλώ δε υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους Νόμους του Κράτους»).  

Ως προς τη φύση και το σκοπό των αλλαγών που διενεργήθηκαν, η αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας αναφέρει ότι περικλείονται «στη γενικότερη αρχή των διακριτών ρόλων μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας».

(Βιβλιογραφία: «Εκκλησιαστικό Δίκαιο Θεωρία και Νομολογία» Παπαγεωργίου Κωνσταντίνος, «Ιδιαίτερα Εκκλησιαστικά Καθεστώτα στην Ελληνική Επικράτεια» Κονιδάρης Ιωάννης)

 

Παλιούρα Ελένη

 

 

Νέα

1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>