Η Ιστορία της Εκκλησίας της Κρήτης κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (Μέρος Α')

2017-05-14 08:47

Η εκκλησία της Κρήτης, κατά τη δισχιλιετή ιστορία της, που ανάγει τις απαρχές τις στους χρόνους του αποστόλου Παύλου, βρέθηκε για πολλούς αιώνες υπό ξενικό ζυγό, πρώτα των Αράβων (826-961), έπειτα των Ενετών (1204-1669) και τέλος των Οθωμανών (1645-1898).

Ως γνωστόν, το 1645 μετά από ολιγόμηνη πολιορκία, ο Τουρκικός στρατός κατέλαβε τα Χανιά, ενώ το επόμενο έτος κατελήφθη το Ρέθυμνο, και το μεθεπόμενο, ξεκίνησε η πολιορκία του Χάνδακα (Ηράκλειο). Μετά από υπερεικοσαετή πολιορκία, το 1669,το ‘’Μεγάλο Κάστρο’’ παραδόθηκε στους Οθωμανούς.

Ήδη από την αρχή του πολέμου μεταξύ των Βενετών και των Τούρκων για την κυριαρχία της Κρήτης, άρχισε κι η μεταβολή των εκκλησιαστικών πραγμάτων στη νήσο. Μετά από το διωγμό που υπέστη η ορθόδοξη εκκλησία της Κρήτης κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, η Υψηλή Πύλη, φάνηκε να διάκειται θετικά προς αυτήν, και μετά και από τη διαμεσολάβηση, όπως λέγεται, του διερμηνέα της Παναγιώτη Νικούσιου, της παραχώρησε σειρά δικαιωμάτων, των οποίων όμως το αντίτιμο ήταν βαρύ. Όπως λοιπόν παρατηρείται, σε αντίθεση με τους Βενετούς, οι οποίοι εκδίωξαν τον ορθόδοξο κλήρο αντικαθιστώντας τον με λατίνους αρχιερείς και οι οποίοι επεδίωξαν την αποσύνθεση της ορθοδόξου εκκλησίας της Κρήτης καθώς και τη διακοπή των δεσμών της με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, διαβλέποντας σ’ αυτή τη δυνατότητα πραγμάτωσης των οικονομικών και πολιτικών της σκοπών, προέβη στην έκδοση αυτοκρατορικών βερατίων και φιρμανίων, που συνέβαλαν στην ανασύστασή της.

Η αρχή έγινε μόλις από το 1647, ήδη πριν την κατάληψη της Κρητικής πρωτεύουσας από τους Τούρκους, με τη χειροτονία του Νεόφυτου Πατελλάρου, μοναχού της μονής Αρκαδίου και συγγενή του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Αθανασίου Γ΄, ο οποίος και διορίστηκε ως πρώτος Μητροπολίτης Κρήτης από τη Μεγάλη Εκκλησία. Έτσι λοιπόν, η εκκλησία της Κρήτης, επανασυνδέεται με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διοικητική της οργάνωση καθώς αποτελεί την ανώτατη διοικητική αρχή. Ο ρόλος του μητροπολίτη, περιορίζεται κυρίως στην ενημέρωση της Μεγάλης εκκλησίας για τυχόν προβλήματα που ανακύπτουν στις κατά τόπους επισκοπές, στην επίσκεψη αυτής όπου οφείλει να αναφέρει τα επιβεβλημένα σημαντικά ζητήματα και τέλος στην πληροφόρηση των αποφάσεων της Πατριαρχικής Συνόδου.

Με την επανίδρυση της Ορθοδόξου Μητροπόλεως της Κρήτης, ακολούθησε κι η επανασύσταση των άλλοτε υποκειμένων σε αυτή επισκοπών της. Χειρόγραφο του 1659 αναφέρει ως ήδη υπάρχουσες 12 επισκοπές: Γορτύνης, Κνωσσού, Αρκαδίας, Χερρονήσου, Αυλοποτάμου, Αγρίου, Λάμπης, Κυδωνίας, Ιεράς, Πέτρας, Σητείας και Κισάμου. Τακτικό του 1700, το οποίο τιτλοφορεί τον αρχιεπίσκοπο ‘’ο Κρήτης και πάσης Ευρώπης’’ αριθμεί και πάλι 12 επισκοπές. Ομοίως τον 18ο αιώνα ο αριθμός των επισκοπών κυμαίνεται από 10 εώς 13. Το 1821 πλέον, απαριθμούνται 11 επισκοπές, σύμφωνα και με το Σουλτανικό βεράτιο της 29ης Σεπτεμβρίου του 1823, το οποίο αναγνώρισε το Μητροπολίτη Κρήτης Καλλίνικο, ο οποίος και κατήργησε τη χηρεύουσα επισκοπή της Κνωσσού. Στις 23 Νοεμβρίου του 1831, ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος ο Α΄με γράμμα του, ανακοινώνει τη μείωση των επισκοπών σε πέντε συγχωνεύοντας την Κυδωνίας με της Κισάμου, την Ιεράς με τη Σητείας, την Αρκαδίας με την Πέτρας, την Αυλοποτάμου με τη Ρεθύμνης, τη Λάμπης με τμήμα των Σφακίων και τις λοιπές, Κνωσού, Χερρονήσου και Γορτύνης με τη Μητρόπολη. Βέβαια, η απόφαση αυτή δεν εκτελέσθηκε πλήρως (π.χ οι επισκοπές της Πέτρας και της Αρκαδίας, ουδέποτε ενώθησαν).

Το επισκοπικό αυτό καθεστώς διατηρήθηκε εώς και το 1900, όπου έλαβε χώρα η κατάρτιση και δημοσίευση (μετά από έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου) του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κρήτης (Ν. 276/1900) από την ήδη προ διετίας (1898) συσταθείσα Κρητική Πολιτεία.

Συνοψίζοντας, είναι εμφανές ότι μετά την κατάκτηση της Κρητικής νήσου από τους Τούρκους, η κατάσταση των εκκλησιαστικών πραγμάτων άλλαξε άρδην, με θετικό κατ'αρχήν αντίκτυπο για τους Κρήτες, οι οποίοι όντας απελπισμένοι από το διωγμό των Βενετών κατά της ορθοδοξίας, αντιμετώπισαν θετικά την αλλαγή αυτή, καθώς η Εκκλησία της Κρήτης, χάρη στην πολιτική που τελικώς ακολούθησε η Υψηλή Πύλη, επανήλθε και πάλι στην αρχαία εκκλησιαστική της τάξη. Παρά την ευνοϊκή όμως μεταχείριση , την οποία έλαβε η ορθόδοξη εκκλησία της Κρήτης, υπέστη και σοβαρές επιβαρύνσεις, οι οποίες θα αναφερθούν εκτενώς στο δεύτερο μέρος από κοινού με τα δικαιώματά της.

 

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Κονιδάρης Ι., Ιδιαίτερα Εκκλησιαστικά Καθεστώτα στην Ελληνική Επικράτεια, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012

Κωστάκης Κ., Η Πνευματική Κίνηση στον Εκκλησιαστικό Χώρο της Κρήτης κατά την Πρώτη Περίοδο της Τουρκοκρατίας (1669-1821), Θεσσαλονίκη 1994

Τωμαδάκης Ν., ‘’Σύντομον διάγραμμα της Ιστορίας της Εκκλησίας Κρήτης επί Τουρκοκρατίας’’, Δ.Ι.Ε.Ε. 14 (1960), 1-32

historyofkriti.blogspot.gr/2013/10/blog-post_20.html,για την εικόνα

 

Ελεωνόρα Παπαδάκη

Νέα

ΜΠΑ 3483/2005: Αναγνώριση...
Παπαγεωργίου Γ Κωνσταντίνος -...
Κοινωνία καὶ Κανονικὸ Δίκαιο
It’s the most wonderful time...
ΜΠΡ ΠΕΙΡΑΙΑ 2457/2015:...
Παπαγεωργίου Γ. Κωνσταντίνος...
Τελετή αναγόρευσης Ομότιμου...
ΣτΕ 2569/1990: Περί...
1 | 2 | 3 | 4 | 5 >>